10 Σηκώθηκε, λοιπόν, και πήγε στα Σαρεπτά και μπήκε στην είσοδο της πόλης· και μια γυναίκα χήρα ήταν εκεί και μάζευε ξύλα. Τη φώναξε, λοιπόν, και είπε: «Σε παρακαλώ, φέρε μου να πιω μια γουλιά νερό μέσα σε ένα σκεύος».+
8 Και μια ημέρα ο Ελισαιέ πήγε στη Σουνάμ,+ όπου υπήρχε μια εξέχουσα γυναίκα· αυτή τον πίεσε+ να φάει ψωμί. Και κάθε φορά που περνούσε, πήγαινε εκεί για να φάει ψωμί.