ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ της Σκοπιάς
ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
της Σκοπιάς
Ελληνική
  • ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
  • ΣΥΝΑΘΡΟΙΣΕΙΣ
  • g75 8/10 σ. 27-29
  • Η Αντιλογία για την Αγαμία του Κλήρου

Δεν υπάρχει διαθέσιμο βίντεο για αυτή την επιλογή.

Λυπούμαστε, υπήρξε κάποιο σφάλμα στη φόρτωση του βίντεο.

  • Η Αντιλογία για την Αγαμία του Κλήρου
  • Ξύπνα!—1975
  • Παρόμοια Ύλη
  • Η Υποχρεωτική Αγαμία του Κλήρου—Γιατί Επιβλήθηκε;
    Ξύπνα!—1986
  • Πρέπει οι Ιερείς να Μπορούν να Νυμφεύωνται
    Ξύπνα!—1970
  • Η Αγαμία των Κληρικών Ζυγιζομένη στην Πλάστιγγα
    Η Σκοπιά Αναγγέλει τη Βασιλεία του Ιεχωβά—1962
  • Αποτελεί η Αγαμία Απαίτηση για τους Χριστιανούς Διακόνους;
    Η Σκοπιά Αναγγέλει τη Βασιλεία του Ιεχωβά (Κοινού)—2017
Δείτε Περισσότερα
Ξύπνα!—1975
g75 8/10 σ. 27-29

Ποια Είναι η Άποψις της Βίβλου;

Η Αντιλογία για την Αγαμία του Κλήρου

ΕΙΝΑΙ ευχάριστο, είναι ωραίο, είναι Καθολικό. Πρέπει να το διατηρήσωμε και να το υπερασπίσουμε.»

Έτσι είπε ο Πάπας Παύλος ΣΤ΄ σχετικά με την αγαμία του κλήρου, ένα νόμο που απαγορεύει στους Ρωμαιοκαθολικούς ιερείς να νυμφεύωνται. Μολονότι το να γίνη κάποιος ιερεύς είναι προαιρετικό, το άτομο που επιθυμεί να συνεχίση την ιερωσύνη πρέπει να παραμείνη άγαμο.

Έχει εγερθή σημαντική αντιλογία για την αγαμία του κλήρου. Οι Διαμαρτυρόμενοι συνεχώς καταγγέλλουν ότι η υποχρεωτική αγαμία είναι αντιγραφική και αφύσικη. Πολλοί Ρωμαιοκαθολικοί, περιλαμβανομένων και μερικών κληρικών που είναι στις ανώτερες βαθμίδες της ιεραρχίας, προσθέτουν τη φωνή τους σ’ αυτή τη διαμαρτυρία. Πολλοί πιστεύουν ότι η αγαμία έκαμε τους Καθολικούς ιερείς να έχουν το αίσθημα της απομονώσεως, συνέβαλε στην ανηθικότητα των ιερέων και ωδήγησε στην εγκατάλειψι της ιερωσύνης από τους ιερείς, πράγμα που συμβαίνει σε μεγάλη κλίμακα τα πρόσφατα χρόνια.

Παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες, όμως, ο Πάπας Παύλος ο 6ος δήλωσε στην εγκύκλιο του Σασερντοτάλις Σελιμπάτους («Αγαμία του Κλήρου,» 1967): «Πιστεύομε ότι ο παρών νόμος της αγαμίας πρέπει να συνεχισθή σήμερα να είναι στερεά συνδεδεμένος με την εκκλησιαστική διακονία.» Υποστηρίζει, όμως, η Αγία Γραφή αυτή την άποψι της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας;

Είναι ενδιαφέρον να σημειωθή ότι η εγκύκλιος που ανεφέρθη πιο πάνω παραδέχεται ότι η πρώτη αντίρρησις στον νόμο της αγαμίας του κλήρου «φαίνεται ότι προέρχεται από την πιο αυθεντική πηγή, την Καινή Διαθήκη, που διατηρεί τη διδασκαλία του Χριστού και των Αποστόλων. Δεν απαιτεί αγαμία για τους ιερούς διακόνους αλλά την προτείνει μάλλον σαν μια ελεύθερη πράξι υπακοής σε μια ειδική κλήσι ή σ’ ένα ειδικό πνευματικό χάρισμα. Ο Ιησούς ο ίδιος δεν θεωρούσε την αγαμία σαν απαιτούμενη προϋπόθεσι για την εκλογή των Δώδεκα, ούτε οι Απόστολοι εσκέπτοντο έτσι για εκείνους που επισκοπούσαν τις πρώτες Χριστιανικές κοινότητες.»

Πολλοί εκπλήσσονται όταν μαθαίνουν τι λέγει στην πραγματικότητα η «Καινή Διαθήκη» για τον γάμο και την αγαμία μεταξύ των ‘ιερών διακόνων.’ Παραδείγματος χάριν, ο απόστολος Παύλος έγραψε: «Πρέπει. . . ο επίσκοπος να ήναι άμεμπτος, μιας γυναικός ανήρ,» και «οι διάκονοι ας ήναι μιας γυναικός άνδρες.» (1 Τιμ. 3:2, 12) Ακόμη κι ο απόστολος Πέτρος, τον οποίον οι Καθολικοί θεωρούν ως τον πρώτο πάπα, ήταν νυμφευμένος. Διαβάζομε στο εδάφιο 1 Κορινθίους 9:5: «Μη δεν έχομεν εξουσίαν να συμπεριφέρωμεν αδελφήν γυναίκα, ως και οι λοιποί απόστολοι, και οι αδελφοί του Κυρίου και ο Κηφάς [Πέτρος];» Εκείνο τον καιρό οι «επίσκοποι,» οι «διάκονοι» και όλοι οι άλλοι που ήσαν δραστήριοι στη Χριστιανική διακονία ήσαν ελεύθεροι να νυμφευθούν.

Μερικοί, όμως, ισχυρίζονται ότι άλλα Γραφικά εδάφια υποστηρίζουν την ιδέα της αγαμίας του κλήρου. Αναφέρονται στη δήλωσι του Ιησού: «Είναι ευνούχοι, οίτινες ευνούχισαν εαυτούς διά την βασιλείαν των ουρανών.» (Ματθ. 19:12) Ο απόστολος Παύλος τόνισε ότι μπορεί ν’ αξίζη να παραμείνη κανείς άγαμος, με τα εξής λόγια: «Θέλω δε να ήσθε αμέριμνοι. Ο άγαμος μεριμνά τα του Κυρίου, πώς να αρέση εις τον Κύριον· ο δε νενυμφευμένος μεριμνά τα του κόσμου, πώς να αρέση εις την γυναίκα, και είναι μοιρασμένος, [μεμέρισται, Κριτικόν Κείμενον].»—1 Κορ. 7:32, 33, ΜΝΚ.

Είναι ενδιαφέρον να σημειωθή, όμως, ότι αυτά τα εδάφια δεν ενθαρρύνουν καθόλου τον νόμο της αγαμίας. Σύμφωνα με την Αγία Γραφή, η αποχή από τον γάμο επρόκειτο να είναι προαιρετική, ακόμη και για τους επισκόπους και τους διακόνους. Σχετικά μ’ αυτούς που ‘ευνουχίζουν εαυτούς διά την βασιλείαν του Θεού,’ ο Ιησούς είπε:«Όστις δύναται να δεχθή τούτο, Ας δεχθή.» (Ματθ. 19:12) Και ο Παύλος, επίσης, αφού ενεθάρρυνε την αγαμία, πρόσθεσε: «Αλλ’ εάν δεν εγκρατεύωνται, ας νυμφευθώσι· διότι καλήτερον είναι να νυμφευθώσι παρά να εξάπτωνται.»—1 Κορ. 7:9.

Εγείρεται λογικά το ερώτημα: Αν η αγαμία του κλήρου δεν βασίζεται στην Αγία Γραφή, τότε από πού προήλθε; Το βιβλίο Ιστορία της Αγαμίας του Κλήρου στη Χριστιανική Εκκλησία εξηγεί ότι προ Χριστού είχε αναπτυχθή στην Ινδία μια φιλοσοφία που δίδασκε «τη μηδαμινότητα της ζωής και ότι το υπέρτατο καλό αποτελείται από την τελεία νίκη καθ’ όλων των ανθρωπίνων θελήσεων και επιθυμιών,» και προσθέτει: «Ήδη ο Βούδδας είχε διατυπώσει αυτή τη φιλοσοφία σ’ ένα σύστημα θρησκείας, οι καθηγηταί της οποίας ήσαν υποχρεωμένοι να είναι άγαμοι—ένας κανόνας . . . που έγινε υποχρεωτικός για τους αναρίθμητους ιερείς και μοναχούς, . . . κι έτσι προσεφέρθη το πρωτότυπο το οποίο μεταγενέστερα μιμήθηκε η Ρωμαϊκή Χριστιανοσύνη.»

Η συνήθεια της αγαμίας του κλήρου, όμως, μπορεί να πάη ακόμα πιο πέρα από τις ημέρες του Βούδδα. Το βιβλίο Οι Δύο Βαβυλώνες λέγει σχετικά με τη Σεμίραμι, τη βασίλισσα της αρχαίας Βαβυλώνος: «Τα Μυστήρια στα οποία προΐστατο ήσαν σκηνές της πιο οργιαστικής βεβηλώσεως· εν τούτοις, όσοι ανήκαν στις ανώτερες τάξεις της ιερωσύνης ήσαν υποχρεωμένοι σε άγαμη ζωή, σαν μια ζωή ιδιαίτερης και εξαιρετικής αγιότητος. Όσο παράξενη κι αν φαίνεται η ιδέα, εν τούτοις η φωνή της αρχαιότητος αποδίδει σ’ αυτήν τη διεφθαρμένη βασίλισσα την ανακάλυψι της αγαμίας του κλήρου.»

Το θέμα της υποχρεωτικής αγαμίας του κλήρου είναι πιο σοβαρό απ’ ό,τι μερικοί μπορεί να νομίζουν. Η Αγία Γραφή προείπε ότι η εμφάνισις αυτής της διδασκαλίας μεταξύ αυτών που ομολογούν ότι είναι Χριστιανοί θα είχε σοβαρή σημασία. Πώς συμβαίνει αυτό; Εξετάστε τι αναφέρεται στα εδάφια 1 Τιμόθεον 4:1-3: «Το δε Πνεύμα ρητώς λέγει ότι εν υστέροις καιροίς θέλουσιν αποστατήσει τινές από της πίστεως· προσέχοντες εις πνεύματα πλάνης και εις διδασκαλίας δαιμονίων, διά της υποκρίσεως ψευδολόγων, εχόντων την εαυτών συνείδησιν κεκαυτηριασμένην, εμποδιζόντων τον γάμον.» Επομένως ένας νόμος που θα ‘εμπόδιζε τον γάμον,’ θα χρησίμευε για να προσδιορίση εκείνους που ‘αποστατούν’ από την αληθινή Χριστιανική πίστι.

Ένας τέτοιος νόμος εμφανίσθηκε στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία στην αρχή του τετάρτου αιώνος μ.Χ. όταν μια απόφασις της Συνόδου της Ελβίρας απηγόρευσε στους Ισπανούς ιερείς να νυμφεύονται. Αργότερα ο νόμος σχετικά με την αγαμία του κλήρου έγινε υποχρεωτικός για όλους τους Ρωμαιοκαθολικούς ιερείς. Πράγματι, τον δέκατον έκτο αιώνα μ.Χ. Η Σύνοδος της Τριδέντου (Τρέντ, συνεδρίασις 24, Κανόνες 9 και 10) διέταξε τα εξής: «Αν κάποιος λέγη ότι οι κληρικοί, που αποτελούν τις ιερές βαθμίδες της ιερωσύνης, ή οι τακτικοί [κληρικοί], που έχουν δηλώσει επίσημη αγαμία, μπορούν να συνάψουν γάμο και ότι αν συναφθή είναι έγκυρος, . . . και ότι όλοι εκείνοι που δεν αισθάνονται ότι έχουν το χάρισμα της αγαμίας, μολονότι έχουν κάμει ευχή, μπορούν να συνάψουν γάμο, ας ήναι ανάθεμα. . . .a

«Αν κάποιος λέγη ότι η κατάστασις του γάμου πρέπει να τοποθετήται υπεράνω της καταστάσεως της παρθενίας, δηλαδή της αγαμίας, και ότι είναι καλύτερο και πιο ευλογητό να συνάπτη κανείς γάμο παρά να παραμένη σε παρθενία ή αγαμία, ας ήναι ανάθεμα.»

Αλλ’ όπως ανεφέρθη προηγουμένως, ένας τέτοιος νόμος σχετικά με την αγαμία του κλήρου δεν υποστηρίζεται από τον Λόγο του Θεού. Στην πραγματικότητα, είναι σημάδι της προειπωμένης ‘αποστασίας,’ δηλαδή της απομακρύνσεως από την αληθινή Χριστιανική πίστι σε «διδασκαλίας δαιμονίων, διά της υποκρίσεως ψευδολόγων.» (2 Θεσσ. 2:1-3· 1 Τιμ. 4:1-3) Το γεγονός ότι η αγαμία του κλήρου έχει την προέλευσι της από την αρχαία Βαβυλώνα προσδιορίζει εκείνους που την εφαρμόζουν ως μέρος της ‘Βαβυλώνος της μεγάλης,’ της παγκοσμίου αυτοκρατορίας της ψευδούς θρησκείας, σχετικά με την οποία η Αγία Γραφή συμβουλεύει: «Εξέλθετε εξ αυτής ο λαός μου.»—Αποκάλ. 18:4.

[Υποσημειώσεις]

a Ο όρος «ανάθεμα» σημαίνει: «Κάθε άτομο ή πράγμα που είναι καταραμένο από την εκκλησιαστική εξουσία· επομένως, κάθε αντικείμενο έντονης αποστροφής ή αντιπάθειας.»—«Νέον Κολλεγιακόν Λεξικόν» του Ουέμπστερ.

    Ελληνικές Εκδόσεις (1950–2025)
    Αποσύνδεση
    Σύνδεση
    • Ελληνική
    • Κοινή Χρήση
    • Προτιμήσεις
    • Copyright © 2025 Watch Tower Bible and Tract Society of Pennsylvania
    • Όροι Χρήσης
    • Πολιτική Απορρήτου
    • Ρυθμίσεις Απορρήτου
    • JW.ORG
    • Σύνδεση
    Κοινή Χρήση