ΝΥΦΗ
Η σύζυγος του γιου. Ο όρος καλλάχ του πρωτότυπου εβραϊκού κειμένου καθώς και η αντίστοιχη λέξη νύμφη του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου σημαίνουν σε ορισμένες περιπτώσεις και τη γυναίκα που μόλις παντρεύτηκε ή πρόκειται να παντρευτεί.—Ασμ 4:8-12· Ησ 61:10· Ιερ 7:34· Ιωα 3:29· Απ 18:23· 21:2, 9· 22:17.
Εφόσον στους πατριαρχικούς χρόνους ο ίδιος ο πατέρας διευθετούσε συνήθως το γάμο του γιου του, η νύφη του ήταν ως επί το πλείστον δική του επιλογή. (Γε 24) Η νύφη γινόταν δεκτή με χαρά στο σπιτικό του, και όταν το σπιτικό μετακινούνταν, εκείνη το ακολουθούσε. (Γε 11:31) Ο Μωσαϊκός Νόμος απαγόρευε σε έναν άντρα να έχει σχέσεις με τη νύφη του επί ποινή θανάτου.—Λευ 18:15· 20:12· Ιεζ 22:11.
Η διάθεση και η στάση της εκάστοτε νύφης απέναντι στα πεθερικά της διέφερε σε μεγάλο βαθμό. Η Ρουθ, λόγου χάρη, αποδείχτηκε απόλυτα όσια και αφοσιωμένη σύντροφος της πεθεράς της τής Ναομί, περισσότερο από ό,τι η Ορφά, λέγοντας: «Ο λαός σου θα είναι λαός μου, και ο Θεός σου, Θεός μου. Όπου πεθάνεις εσύ θα πεθάνω και εγώ». (Ρθ 1:6-17, 22· 4:14, 15) Οι Χετταίες σύζυγοι του Ησαύ έφερναν μεγάλη ψυχική αναστάτωση στα πεθερικά τους, τον Ισαάκ και τη Ρεβέκκα. (Γε 26:34· 27:46) Ο Χριστός Ιησούς προείπε ότι το άγγελμα της Βασιλείας θα χώριζε νύφες από πεθερές.—Λου 12:53.