ΣΚΝΙΠΑ
[εβρ., κεν, πληθυντικός, κιννίμ].
Οποιοδήποτε από διάφορα μικρά δίπτερα έντομα, πολλά από τα οποία είναι αιμομυζητικά. Η εβραϊκή λέξη κιννίμ (ή κιννάμ), χρησιμοποιούμενη σε συσχετισμό με την τρίτη πληγή της Αιγύπτου (Εξ 8:16-18· Ψλ 105:31), έχει αποδοθεί με διάφορους τρόπους: «σκνίπες» (Ro, RS, ΜΝΚ, ΒΑΜ), «κουνούπια» (AT, ΛΧ) και «ψείρες» (KJ), ενώ έχει δοθεί ως εναλλακτική απόδοση και ο όρος «ψύλλοι».—AS (Εξ 8:16, υποσ.).
Στο εδάφιο Ησαΐας 51:6 ο εβραϊκός όρος κεν μεταφράζεται «σκνίπα» (ΜΝΚ) και «σκνίπες» (RS· AS, υποσ.). Προφανώς, εδώ η λέξη κεν είναι ο ενικός αριθμός της λέξης κιννίμ (ή κιννάμ) και όχι μια άλλη εβραϊκή λέξη που έχει την ίδια μορφή και σημαίνει «σωστά, έτσι είναι». Η λέξη κεμώ, που βρίσκεται ακριβώς πριν από αυτήν στο κείμενο, σημαίνει από μόνη της «ομοίως» ή «με παρόμοιο τρόπο».