ΕΖΕΙΡ
(Εζείρ) [Γουρούνι· Αγριόχοιρος].
1. Ο ιερέας του οποίου ο πατρικός οίκος κληρώθηκε ως η 17η από τις 24 υποδιαιρέσεις ιερατικής υπηρεσίας, οι οποίες οργανώθηκαν προς το τέλος της βασιλείας του Δαβίδ.—1Χρ 24:1, 3, 5-7, 15.
2. Ένας από τους επικεφαλής του λαού του οποίου κάποιος απόγονος, αν όχι ο ίδιος, υποστήριξε στην εποχή του Νεεμία την απόφαση να παραμείνουν πιστοί στον Ιεχωβά.—Νε 9:38· 10:1, 14, 20.