Ένα Συνταρακτικό Υπόμνημα Απανθρωπιάς
ΕΝΤΙΜΟΙ άνθρωποι τόσο στο εσωτερικό όσο εκτός της Μαλάουι συγκλονίσθηκαν από τις ενέργειες που διεπράχθησαν σ’ εκείνη τη χώρα εναντίον μιας ανυπεράσπιστης μειονότητος.
Η βία άρχισε σε μικρή κλίμακα κατά τα μέσα του 1972. Έφθασε σε μαζικές αναλογίες το φθινόπωρο. Εκείνον τον καιρό ένα πνεύμα οχλοκρατικής βίας εκδηλώθηκε μετά την ετήσια συνέλευσι του Κόμματος του Κογκρέσσου της Μαλάουι, του μόνου πολιτικού κόμματος της χώρας. Η συνέλευσις έκλεισε με τρεις έντονα διατυπωμένες αποφάσεις εναντίον των μαρτύρων του Ιεχωβά. Από τον Ιούλιο κι εμπρός μέλη της στρατευόμενης Ενώσεως της Νεολαίας του Κόμματος και της Κινήσεως των Νεαρών Πιονιέρων είχαν αναλάβει την ηγεσία στο να εξολοθρεύσουν τους μάρτυρας του Ιεχωβά και τώρα εξαπέλυσαν ένα πραγματικό πόλεμο εναντίον των. Ωργανώθησαν σε ομίλους, που είχαν δύναμι από δώδεκα περίπου μέχρις εκατό. Κατόπιν πήγαιναν από χωριό σε χωριό, ωπλισμένοι με ξύλα, ρόπαλα με χονδρά κεφάλια, πάγκας (μάχαιρες μεγάλες) και τσεκούρια, να βρουν τους Μάρτυρας του Ιεχωβά, να επιτεθούν εναντίον των και να καταστρέψουν τις περιουσίες των.
Όπως παρετήρησε ο αρθρογράφος Γκάυ Ράιτ της Εφημερίδος Εξαμάινερ του Αγίου Φραγκίσκου (17 Οκτωβρίου 1972) αυτός ήταν «ένας ακριβώς μονόπλευρος πόλεμος, που αντέτασσε τη δύναμι εναντίον της πίστεως.» Εν τούτοις, η πίστις πραγματικά αποδείχθηκε ισχυρότερη, επειδή οι Μάρτυρες ο ένας κατόπιν του άλλου απέδειξαν ότι η πίστις των δεν μπορούσε να συντριβή με την κτηνωδία.
Εδώ εκτίθενται λίγες μόνον από τις εκατοντάδες εκθέσεων αυτοπτών μαρτύρων για τις ωμότητες που έλαβαν χώραν:
● Χαρακτηριστική του τι συνέβη στα χωριά είναι η κατωτέρω έκθεσις του Δαβίδ Μπάντα από το χωριό Καλούζι της Λιλογκούι: «Στις 23 Σεπτεμβρίου ο Κος Γεδεών Μπάντα, ένα μέλος της βουλής, ήλθε να μιλήση σε μια δημόσια συγκέντρωσι. Μπόρεσα ν’ ακούσω τα περισσότερα από όσα ελέγοντο μέσω των μεγαφώνων, επειδή το σπίτι μου βρισκόταν μόνον λίγες γυάρδες από τον τόπο της συγκεντρώσεως. Ο Κος Μπάντα άρχισε να ανακοινώνη στη συγκέντρωσι όσα είχαν συζητηθή στην ετήσια συνέλευσι του κόμματος. Έπειτα άρχισε να εξετάζη το ζήτημα των μαρτύρων του Ιεχωβά. Τον άκουσα να λέγη στη συγκέντρωσι ότι η ετησία συνέλευσις είχε αποφασίσει να συμπεριφερθή σκληρά στους μάρτυρας του Ιεχωβά λόγω της αρνήσεώς των ν’ αγοράζουν κάρτες του κόμματος.
«Το βράδυ της 25ης Σεπτεμβρίου, ο Αδελφός Σουίλα ήλθε να μου πη ότι είχε ιδεί ομάδες νεαρών να έρχωνται μαζί. Αμέσως ειδοποιήσαμε τους αδελφούς, αλλά πριν μπορέσωμε να κάνωμε κάτι, οι νεαροί άρχισαν τις επιθέσεις των, σπάζοντας τα παράθυρα και τις θύρες των σπιτιών μας και έπειτα κτυπώντας τους αδελφούς. Είμεθα όλοι διασκορπισμένοι κι έτσι δεν γνωρίζαμε τι πραγματικά είχε συμβή στον καθένα από μας και είχε σκοτεινιάσει εντελώς. Πήγα να κρυφθώ και έπειτα νωρίς το πρωί πήγα στον αστυνομικό σταθμό για ν’ αναφέρω το ζήτημα. Ενώ ακόμη βρισκόμουν εκεί, είδα ομάδες από αδελφούς και αδελφές από άλλες εκκλησίες να έρχωνται ν’ αναφέρουν όμοια επεισόδια. Η αστυνομία τούς είπε να επιστρέψουν στα χωράφια των.»
Οπωσδήποτε, οι Μάρτυρες αρνήθηκαν να επιστρέψουν χωρίς προστασία, και πήγαν στην αγορά. Ο Δαβίδ Μπάντα εκθέτει τι συνέβη εκεί:
«Όταν οι νεαροί άκουσαν ότι οι Μάρτυρες είχαν πάει στην αγορά, πήγαν εκεί και άρχισαν να χτυπούν τους αδελφούς και τις αδελφές με ξύλα και γροθιές και να τους κλωτσούν σ’ όλο το σώμα τους. Η αστυνομία δεν έκαμε τίποτε για να σταματήση τις επιθέσεις. Τότε η βία γέμισε ολόκληρη την πόλι της Λιλογκούι. Ωστόσο, οι αδελφοί κατώρθωσαν να διαφύγουν ωσότου τελικά έφθασαν στη Ζάμπια.»
● Ο Έβανς Νώε από το χωριό Μουαλούμο εκθέτει: «Στις 18 Σεπτεμβρίου 1972, πήγα να επισκεφθώ έναν από τους αδελφούς. Είδαμε να πλησιάζη ένα αυτοκίνητο και αναγνώρισα τον οδηγό που ήταν ο κ. Γκαμφάνι, μέλος της βουλής της Μαλάουι. Μαζί του ήσαν δύο νέοι. Φάνηκε ότι έψαχνε για μένα, επειδή μόλις πλησίασαν άκουσα τον ένα να λέγη, ‘Αυτός είναι.’ Το αυτοκίνητο σταμάτησε και διατάχθηκα από τον κ. Γκαμφάνι να επιβιβασθώ. Κατόπιν πήγαμε στον αστυνομικό σταθμό. Αφού με ρώτησε γιατί δεν είχα πολιτική κάρτα, διέταξε τους αστυνομικούς να με φυλακίσουν, και με κράτησαν επτά ημέρες εκεί. Ούτε τροφή ούτε νερό μου έδωκαν σε όλη τη διάρκεια των επτά ημερών.
»Όταν η αστυνομία είδε ότι σωματικώς ήμουν αδυνατισμένος, άρχισαν να με εμπαίζουν, ζητώντας από μένα να μεταβάλω το γρασίδι σε τροφή. Τελικά, όταν είδαν ότι όλες οι προσπάθειές των να με αναγκάσουν ν’ αγοράσω μια πολιτική κάρτα απέβησαν άκαρπες, με απέλυσαν αφού με διέταξαν να επιστρέψω στο σπίτι μου με δικό μου μέσον. Παρά το γεγονός ότι ήμουν αδύνατος, επειδή δεν είχα φάγει τίποτα, εβάδισα μια απόστασι 22 μιλίων και έφθασα στο σπίτι μου ασφαλής.»
Εν τούτοις, ύστερα από λίγο, ο Έβανς Νώε και δέκα άλλοι Μάρτυρες αναγκάσθηκαν να φύγουν από το χωριό τους και να αναχωρήσουν από τη Μαλάουι.
● Στην περιοχή Μπλαντάυρ, τη μεγαλύτερη πόλι της Μαλάουι, ο Ριχάντι Νυαζούλου, ο Γκρέυσον Καπινίγκα και άλλοι μάρτυρες του Ιεχωβά ωδηγήθηκαν στα γραφεία της Νότιας Περιοχής του Κόμματος του Κογκρέσσου της Μαλάουι. Τους ρώτησαν γιατί δεν είχαν αγοράσει κάρτες ταυτότητος πολιτικού μέλους του κόμματος. Όταν απάντησαν ότι δεν αναμιγνύονταν καθόλου στην πολιτική λόγω των Βιβλικών των πεποιθήσεων, οι Μάρτυρες παραδόθηκαν σε δεκαέξη περίπου Νεαρούς Πιονιέρους και μέλη του Συνδέσμου της Νεολαίας. Αυτοί εκ περιτροπής χτυπούσαν κάθε Μάρτυρα. Όταν εξακολουθούσαν ν’ αρνούνται ν’ αγοράσουν κονκάρδες του κόμματος, οι νεαροί έτριβαν τα μάτια των μαρτύρων μ’ ένα μίγμα από αλάτι και ζεστό κόκκινο πιπέρι. Μερικούς τους χτυπούσαν στη ράχη και τους γλουτούς με μια ξύλινη σανίδα που είχε καρφιά. Όταν κάποιος έδειχνε σημεία πόνου, οι βασανισταί κτυπούσαν σκληρότερα, ενώ έλεγαν: «Ας έλθη ο Θεός σας για να σας σώση.» Εκτός αυτού, έσπαζαν μια μποτίλλια και χρησιμοποιούσαν τη σπασμένη άκρη για να ‘ξυρίσουν’ μερικούς Μάρτυρες. Στις 22 Σεπτεμβρίου ο Ζαστένι Μουκχούμα της περιοχής Μπλαντάυρ χτυπήθηκε μέχρι που έσπασε το χέρι του.
● Στο Κάτω Μακλήαρ, στη νότια άκρη της Λίμνης Μαλάουι, τον Μαρτύρα Ζελφά Μπάικο τον σκέπασαν με δέσμες από χορτάρι που τις έδεσαν γύρω του. Κατόπιν έρριξαν πετρέλαιο στο χορτάρι και έβαλαν φωτιά. Ο Μάρτυς πέθανε από τα εγκαύματα.
Κανένα δεν Λυπήθηκαν
Η αγριότης των επιτιθεμένων ήταν τέτοια ώστε κανένα Μάρτυρα δεν λυπήθηκαν λόγω ηλικίας ή φύλου. Δεν διέφυγαν όλοι από το Λιλογκούι, όπως παραδείγματος χάριν, μια γυναίκα Μάρτυς, η Κα Μάγκολα. Επειδή ήταν σε κατάστασι ενδιαφέρουσα και βαρειά λόγω του παιδιού, δεν μπορούσε να τρέχη γρήγορα. Μέλη του Κόμματος του Κογκρέσσου της Μαλάουι την συνέλαβαν και τη χτύπησαν μέχρι θανάτου κοντά στην πλατεία της αγοράς μπροστά σε πολλούς κατοίκους της πόλεως, ενώ κανένας δεν ήλθε για να την βοηθήση. Όταν ένας αξιωματικός της αστυνομίας ρωτήθηκε γιατί δεν επενέβαινε, η απάντησίς του ήταν ότι ‘η εξουσία της αστυνομίας είχε αφαιρεθή.’
● Στην περιοχή της Ντόντα, νοτίως της Μπλαντάυρ, ο Σμιθ Μπβαλάνι, η ηλικιωμένη μητέρα του και άλλοι μάρτυρες του Ιεχωβά, άνδρες και γυναίκες, χτυπήθηκαν από μέλη του Συνδέσμου της Νεολαίας ωσότου έπεσαν στο έδαφος σε κατάστασι αναισθησίας. Ένας από τα μέλη του Συνδέσμου της Νεολαίας, ψάχνοντας στις τσέπες των, βρήκε χρήματα σ’ ένα Μάρτυρα. Χρησιμοποίησε τότε τα χρήματα για ν’ αγοράση πολιτικές κάρτες για τον καθένα απ’ αυτούς, έγραψε τα ονόματά τους επάνω στις κάρτες και τις έρριξε στο έδαφος κοντά στους Μάρτυρες που ήσαν σε αναισθησία. Ο Σύνδεσμος της Νεολαίας έλεγε τώρα ότι οι Μάρτυρες είχαν υποχωρήσει και είχαν συμβιβασθή με την πίστι τους. Όταν η μητέρα του Σμιθ Μπβαλάνι ανέκτησε τις αισθήσεις της και είδε την κάρτα, τους είπε ότι δεν θα την δεχόταν ακόμη κι αν αυτό θα εσήμαινε τον θάνατό της. Τότε την χτύπησαν πάλι μέχρις αναισθησίας.
● Ο Ισραήλ, Φάιρι, 75 ετών, από το χωριό Κβέλε της επαρχίας Μτσίνζι, αναφέρει: «Τον μήνα Ιούλιο του 1972 ακούσαμε μια φήμη ότι το Κόμμα του Κογκρέσσου της Μαλάουι σχεδίαζε ν’ αρχίση μια εκστρατεία ελέγχου σε όλη τη χώρα. Αναγνωρίζοντας ότι αυτό θα εσήμαινε δυσκολίες για τους μάρτυρας του Ιεχωβά, αποφασίσαμε να εγκαταλείψωμε το χωριό και να πάμε να κρυφθούμε στη ζούγκλα. Ήμαστε τριάντα Μάρτυρες όλοι μαζί. Εμείναμε δυο μήνες στη ζούγκλα. Εν τούτοις, ξαφνικά, στις 5 Οκτωβρίου, βρεθήκαμε περικυκλωμένοι από μια μεγάλη ομάδα νεαρών. Όλοι τους ήσαν άγνωστα πρόσωπα σ’ εμένα.
»Καθώς προσπαθούσα ν’ απομακρυνθώ, μερικοί απ’ αυτούς με συνέλαβαν και άρχισαν να με κτυπούν με ξύλα και να με κλωτσούν σε όλο μου το σώμα. Μου ήταν αδύνατον να ιδώ τι συνέβαινε στους άλλους αδελφούς. Τελικά μ’ εγκατέλειψαν αναίσθητον στο έδαφος. Αφού ανέκτησα τις αισθήσεις μου προσπάθησα να ψάξω να βρω τους άλλους αδελφούς αλλά δεν τους βρήκα. Απεφάσισα ν’ αφήσω τη Μαλάουι και να φύγω στη Ζάμπια. Παρά το γεγονός ότι ολόκληρο το σώμα μου ήταν πρησμένο και τα μάτια μου γεμάτα αίμα, με τη βοήθεια του Ιεχωβά μπόρεσα να βαδίσω πολλά μίλια για να φθάσω στο νοσοκομείο της Ζάμπιας.»
● Νοτιοανατολικά του Μπλαντάυρ, στο χωριό Καβούνγιε, όλοι οι Μάρτυρες, άνδρες και γυναίκες, χτυπήθηκαν σκληρά και αναγκάσθηκαν να βαδίζουν γυμνοί στο δρόμο. Ένα από τα παιδιά των πέθανε από τα χτυπήματα. Στη βόρεια περιοχή της Μαλάουι, στη Γκχοτακότα, μια γυναίκα Μάρτυρα, σε κατάστασι εγκυμοσύνης, τη γύμνωσαν και τη χτύπησαν πολύ άσχημα. Ο εντόπιος αρχηγός του Κόμματος του Κογκρέσσου έλεγε σε μικρά παιδιά να την κλωτσήσουν στο στομάχι, με σκοπό να την κάμουν να έχη πρόωρο τοκετό.
Αηδιαστικές Επιθέσεις Βιασμού
Οι επιθέσεις βιασμού γυναικών μαρτύρων του Ιεχωβά ήσαν πάρα πολλές καθώς επίσης και πολύ απεχθείς για να τις εκθέση κανείς εδώ στο πλήρες. Τυπικές τέτοιων επιθέσεων ήσαν οι εξής:
● Η δεκαεπταέτις Ρααβού Νώε από το χωριό Ντόνθο της επαρχίας Καζούγκου αναφέρει: «Στις 26 Σεπτεμβρίου 1972, ήλθε είδησις ότι οι νέοι γύριζαν από χωριό σε χωριό και επετίθεντο κατά των μαρτύρων του Ιεχωβά και τους κακοποιούσαν και κατέστρεφαν επίσης τα σπίτια των και την ιδιοκτησία των. Οι αδελφοί είπαν ότι έπρεπε να πάμε να κρυφθούμε στη ζούγκλα και έπειτα τη νύχτα να φύγωμε στη Ζάμπια. Ήμαστε πέντε αδελφές και τρεις αδελφοί. Εγκατελείψαμε το χωριό καλά, αλλά καθώς μπαίναμε σ’ ένα μικρό μονοπάτι, συναντήσαμε μια ομάδα περίπου είκοσι ατόμων. Άρχισαν να μας ζητούν κάρτες του κόμματος. Κανένας από μας δεν μπορούσε να παρουσιάση κάρτα κι έτσι άρχισαν να μας χτυπούν με ξύλα και να μας γρονθοκοπούν. Έπειτα μας γύμνωσαν κι εξακολουθούσαν να μας χτυπούν. Μια ομάδα περίπου από δέκα νεαρούς με έσπρωξαν κατά μέρος και με απεμάκρυναν από τους άλλους. Ενώ μερικοί μου κρατούσαν τα χέρια και τα πόδια, άλλοι με εβίαζαν. Κανένας δεν ήταν γνωστό πρόσωπο στην ομάδα των. Αφού μας χτύπησαν άγρια μας άφησαν. Αργότερα έμαθα ότι οι άλλες τέσσερες αδελφές επίσης είχαν βιασθή.»
● Η Φουνάζι Κατσιπάντι από το χωριό Νυανκού, της επαρχίας Λιλογκούι, εκθέτει την πείρα της: «Την 1η Οκτωβρίου, όταν άκουσα ότι γίνονται επιθέσεις εναντίον των μαρτύρων του Ιεχωβά, αποφάσισα ν’ απομακρυνθώ και να περάσω τα σύνορα προς τη Ζάμπια. Αναχώρησα αμέσως μαζί με την 19ετή κόρη μου, την Νταίλες Κατσιπάντι. Δεν πέρασε όμως πολλή ώρα και μας συνέλαβε μια ομάδα αγνώστων νέων. Αυτοί ζήτησαν κάρτες του κόμματος, που δεν μπορούσαμε να παρουσιάσωμε. Μας γύρισαν πίσω και μας πήγαν στο γραφείο τους κοντά στην αγορά Τσιλέκα. Μπροστά μου πέντε νεαροί με τη σειρά εβίασαν την κόρη μου. Έπειτα ένας απ’ αυτούς με άρπαξε και μ’ έσπρωξε κατά γης. Προσπάθησα να συζητήσω να μη προχωρήση να με βιάση επειδή ήμουν στον ένατο μήνα της εγκυμοσύνης μου και ήμουν πολύ αδύνατη, αλλ’ αυτός δεν μπόρεσε να δείξη κανένα ανθρωπισμό. Μ’ εβίασε, και αυτό μάλιστα μπροστά στην κόρη μου. Κατόπιν μας άφησαν. Ανέφερα τις πράξεις αυτές στην αστυνομία. Έλαβαν καταθέσεις αλλά δεν έκαμαν τίποτε. Το επόμενο πρωί γέννησα και κατόπιν φύγαμε την ίδια μέρα για τη Ζάμπια, με διακοπές στο δρόμο από καιρό σε καιρό για να ξεκουραζώμαστε ώσπου φθάσαμε εκεί.»
Σε πολλές άλλες περιπτώσεις τα ονόματα των βιαστών ήσαν γνωστά στα θύματα. Μερικοί απ’ αυτούς είχαν επίσημες θέσεις στο Κόμμα του Κογκρέσσου της Μαλάουι.
● Στο χωριό Καμφίγκα, η Ματελίνα Χιτσούλο από το χωριό Γκβίζι βιάσθηκε από τον εντόπιο πρόεδρο του κόμματος, τον Κατσιγκόγκο. Στο χωριό Μκόμπε, στις 2 Οκτωβρίου 1972, η Βελενίκα Χοζιτένι κρατήθηκε σ’ ένα δωμάτιο των γραφείων του κόμματος του Κογκρέσσου ολόκληρη τη νύχτα από τον εντόπιο πρόεδρο και τον γραμματέα του κόμματος, οι οποίοι την εβίασαν. Επτά άνδρες εβίασαν μια άλλη Μάρτυρα ονόματι Νεζελία στο ίδιο γραφείο. Όταν διέφυγαν στη Ζάμπια και οι δύο γυναίκες εισήχθησαν στο νοσοκομείο της πόλεως Μισάλε λόγω του βιασμού που είχαν υποστή.
Επαναλαμβάνομε: Αυτά τα επεισόδια δεν αποτελούν εξαίρεσι. Είναι μόνον λίγα από τις εκατοντάδες περιπτώσεις που έχουν συμβή.
Υπήρχε κι ένα άλλο ακόμη χαρακτηριστικό στην επίθεσι κατά των Μαρτύρων της υπαίθρου, ένα που είχε ακόμη σοβαρώτερες συνέπειες από τον διωγμό που οι Μάρτυρες είχαν υποστή κατά το 1967.