Αποφασίζουμε: ‘Αυτοί οι Άνθρωποι να Αποβληθούν από την Ανθρώπινη Κοινωνία!’
ΑΥΤΟ είναι κατ’ ουσίαν ό,τι απεφάσισε η Ετησία συνέλευσις του Κόμματος του Κογκρέσσου της Μαλάουι σχετικά με τους μάρτυρας του Ιεχωβά σ’ εκείνη τη χώρα.
Συγκεντρωμένοι στην πρωτεύουσα Ζόμπα, στην Καθολική Σχολή Μέσης Εκπαιδεύσεως, οι αντιπρόσωποι του κόμματος υιοθέτησαν στις 16 Σεπτεμβρίου μια σειρά αποφάσεων. Εδώ παραθέτομε από την εφημερίδα Νταίηλυ Ντάιτζεστ ΜΑΝΑ που εκδίδεται από το Υπουργείο Πληροφοριών και Εκπομπών της Κυβερνήσεως της Μαλάουι, με ημερομηνίαν 18 Σεπτεμβρίου 1972. Η σελίς 17 δείχνει ότι οι αντιπρόσωποι του κόμματος διεκήρυξαν:
«(α) Λυπούμεθα για το γεγονός ότι ωρισμένες φανατικές θρησκευτικές αιρέσεις που λειτουργούν όμοια με την απαγορευμένη αίρεσι των Μαρτύρων του Ιεχωβά, εμπόδισαν τόσο την πολιτική όσο και την οικονομική ανάπτυξι της χώρας.
»(β) Αποφασίζομε όπως όλα τα μέλη αυτών των φανατικών θρησκευτικών αιρέσεων που εργάζονται στο εμπόριο και τη βιομηχανία απολυθούν αμέσως, και ότι οποιοσδήποτε εμπορικός ή βιομηχανικός οίκος δεν συμμορφωθή με αυτή την απόφασι πρέπει να του αφαιρεθή η άδεια εργασίας.
»(γ) Αποφασίζομε όπως όλα τα μέλη αυτών των φανατικών θρησκευτικών αιρέσεων που χρησιμοποιούνται υπό της Κυβερνήσεως απολυθούν αμέσως και όπως οποιοδήποτε μέλος αυτών των αιρέσεων, που έχει δική του απασχόλησι στο εμπόριο ή τη γεωργία, διακόψη την επιχείρησί του ή την αγροτική του δραστηριότητα.
»(δ) Αποφασίζομε όπως όλα τα μέλη αυτών των αιρέσεων που μένουν στα χωριά εκδιωχθούν από εκεί, και κάνομε έκκλησι στην Κυβέρνησι να δώση τη μεγαλύτερη δυνατή προστασία στα μέλη του κόμματος που λαμβάνουν μέτρα εναντίον των οπαδών αυτών των αιρέσεων.»
Στην πραγματικότητα, οι μόνοι που επηρεάσθηκαν από αυτές τις αποφάσεις ήσαν οι μάρτυρες του Ιεχωβά. Καμμιά άλλη θρησκευτική ομάς στη Μαλάουι δεν υπέφερε όπως αυτοί.
Τι, πράγματι, έλεγαν εκείνες οι αποφάσεις; Με πάρα πολλά λόγια έλεγαν ότι οι μάρτυρες του Ιεχωβά στη Μαλάουι δεν θα έπρεπε να επιτραπή να έχουν επικερδή απασχόλησι οποιουδήποτε είδους πουθενά. Ακόμη δεν θα έπρεπε να επιτραπή να παράγουν τρόφιμα για τη συντήρησί των. Και έπρεπε να εκδιωχθούν από τα χωριά. Τι θα τους άφηνε αυτό;
Το μόνο πράγμα που τους απέμενε ήταν να ζουν σαν άγρια ζώα στα δάση και στη ζούγκλα, ως απόβλητοι από την ανθρώπινη κοινωνία.
Αλλά δεν είναι αυτό ακριβώς η ερμηνεία μας; Δεν εσήμαιναν αυτές οι αποφάσεις ότι δεν ήσαν απλές εκφράσεις καταδίκης χωρίς τον πραγματικό σκοπό ν’ αποστερήσουν συνανθρώπους από τ’ αναγκαία της ζωής;
Τα γεγονότα δείχνουν ότι αυτό κατάλαβαν εκείνοι που άκουσαν αυτά τα λόγια σαν μια καταδίκη ολοσχερούς απαγορεύσεως των μαρτύρων του Ιεχωβά, κατ’ ουσίαν καταδίκη σε θάνατον.
Εξετάστε μερικούς από τους τρόπους με τους οποίους εκείνοι που είχαν δική τους επιχείρησι εμπορική ή γεωργική «διέκοψαν» τη δραστηριότητά των.
Επιχειρηματίες της Μαλάουι που Καταστρέφονται
● Ο Β. Λάμεχ Τσίρβα, επιχειρηματίας της Μαλάουι και ένας από τους μάρτυρας του Ιεχωβά, επέστρεψε από μια Χριστιανική συνέλευσι, που διεξήχθη στο Σώλσμπερυ της Ροδεσίας, και βρήκε τον κατά σάρκα αδελφό του Μπενέγια σε αναισθησία. Ο αδελφός του, ιδιοκτήτης μιας αποθήκης αποικιακών, είχε δαρή ανηλεώς από μέλη του Συνδέσμου της Νεολαίας επειδή ενόμισαν ότι ήταν Μάρτυς. Μετά πέντε ώρες ο αδελφός του συνήλθε και εισήχθη στο νοσοκομείο, όπου ενοσηλεύθη επί τρεις ημέρες.
Αλλά ένα μέλος του Συνδέσμου της Νεολαίας είχε ιδή τον Λάμεχ να βοηθή τον αδελφό του και ευθύς μέλη του Συνδέσμου ήλθαν στο κατάστημά του στην Ζιγκβάγκβα. Τον ρώτησαν αν έχη κάρτα μέλους του κόμματος. Επειδή δεν είχε να παρουσιάση κάρτα το αποτέλεσμα ήταν να σφραγίσουν το σπίτι του και το κατάστημά του και να τον αφήσουν έξω. Κατόπιν τον υποχρέωσαν να πάη στο Λίμπε, όπου είχε μια αποθήκη ειδών ιματισμού, που διευθυνόταν από τη σύζυγό του. Όταν αυτή εξέφρασε την ίδια στάσι συνειδήσεως ως προς την πολιτική κάρτα, έκλεισαν επίσης κι αυτό το κατάστημα. Όταν ο Λάμεχ απεφάσισε να μεταβή στον Γενικό Γραμματέα του Κόμματος του Κογκρέσσου της Μαλάουι, τον Αλέκε Μπάντα, την ώρα που έκλειναν τα γραφεία, διεπίστωσε ότι τα μέλη του Συνδέσμου της Νεολαίας είχαν αφαιρέσει τον αέρα από τα λάστιχα του αυτοκινήτου του και είχαν πάρει τα κλειδιά του. Κυβερνητικοί αξιωματούχοι που επισκέφθηκε δεν του έδωκαν καμμιά ελπίδα για οποιαδήποτε ευνοϊκή ενέργεια—εκτός αν ο Λάμεχ αγόραζε κάρτα του κόμματος. Ο τραπεζικός λογαριασμός του όπως και όλων των άλλων γνωστών Μαρτύρων, εθεωρείτο παγωμένος. Τελικά μπόρεσε να πληρώση ένα ασφαλιστικό συμβόλαιο και να πάρη ένα αεροπλάνο από τη Μαλάουι για τη Ροδεσία, εγκαταλείποντας πίσω του κτίρια, έπιπλα, αποθήκες ιματισμού και εμπόρευμα καταστημάτων, ένα φορτηγό επτά τόνων και ένα αυτοκίνητο. Η ολική αξία ήταν $121.800. Ήταν στο εμπόριο από το έτος 1959. Τώρα όλα χάθηκαν.
● Ένας άλλος Μάρτυς και έμπορος στη Μαλάουι, που ονομάζεται Τσινόντο, διηύθυνε τη Μοντέρνα Σχολή Οδηγήσεως στην Μπλαντάυρ, μια από τις μεγαλύτερες πόλεις της Μαλάουι. Όλα τα αυτοκίνητά του εδημεύθησαν. Αργότερα τα είδε παρκαρισμένα έξω από το Περιφερειακό Γραφείο Νότου του Κόμματος του Κογκρέσσου.
● Ο Ουίλλιαμ ΜακΛάκυ, 64 ετών, έμενε στη Μαλάουι 40 έτη περίπου. Ήταν ιδιοκτήτης ενός καταστήματος κομψοτεχνημάτων στη Μπλαντάυρ. Εκτός του ότι είχε 11 άτομα στην άμεση υπηρεσία του, τακτικά αγόραζε κομψοτεχνήματα από 120 χαράκτες, οικογενειάρχες της Μαλάουι. Ο Μακλάκυ υπελόγιζε ότι 600 έως 700 άτομα εξαρτώνταν από την επιχείρησί του για εισόδημα. Επειδή ήταν Μάρτυς, εισήχθη σε δίκη και του δόθηκε προθεσμία 48 ωρών για να εγκαταλείψη τη χώρα. Ύστερα από μια μέρα από την απέλασί του, έδωσαν στη γυναίκα του και τα τρία παιδιά του προθεσμία 24 ωρών για να φύγουν.
● Μερικοί, εν τούτοις, έχασαν περισσότερα από τις επιχειρήσεις των. Η εφημερίς της Ροδεσίας Κυριακάτικος Ταχυδρόμος (στην Αγγλική) της 1ης Οκτωβρίου 1972, αναφέρει ότι ένας «εξέχων επιχειρηματίας της Μαλάουι εδάρη μέχρι θανάτου.» Αυτός ήταν ο Μ. Λ. Τσίρβα, ιδιοκτήτης καταστήματος αποικιακών και ποτοπωλείου. Αναφερόμενη στο ίδιο περιστατικό, η εφημερίς Κήρυξ της Ροδεσίας (στην Αγγλική) λέγει: «Ωστόσο καμμιά επίσημη ενέργεια δεν έγινε για τον θάνατο του Κου Τσίρβα.»
‘Να Απολυθούν Αμέσως’
Η απόφασις ν’ απολυθούν όλοι οι απασχολούμενοι Μάρτυρες από τις δουλειές των δεν ήταν ομοίως απλή απειλή.
● Ο Μ. Ρ. Καλιτέρα εργαζόταν στο ταχυδρομείο από το 1949. Ύστερα από 23 έτη υπηρεσίας απελύθη τώρα χωρίς πληρωμή ή τα οφέλη συντάξεως.
● Ο Μάρτυς Κανταβέρε εργαζόταν στο Υπουργείο Υγείας ως επιθεωρητής διαφόρων κλινικών. Είχε εκπαιδευθή στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ενώ πήγαινε στο σπίτι του στη Ζόμπα, είδε ότι τα χωράφια του που ήσαν σπαρμένα με αραβόσιτο τα είχαν μοιρασθή μεταξύ των μέλη του Συνδέσμου της Νεολαίας. Επιστρέφοντας στη Μπλαντάυρ, διεπίστωσε ότι είχε απολυθή από την εργασία του. Ο μάρτυς Κανταβέρε είναι πατέρας εννέα τέκνων.
● Ο Ουίλλιαμ Νσάγκβε είχε περάσει επιτυχώς στην Ενδιάμεσο Εξέτασι του Προνομιούχου Ιδρύματος για Γραμματείς και εργαζόταν επί πέντε έτη στο Δημαρχείο της Μπλαντάυρ. Όταν άρχισαν οι διώξεις εναντίον των Μαρτύρων, ο Πρώτος Γραμματεύς του Δήμου εκάλεσε τον Νσάγκβε στο γραφείο του και συζήτησε μαζί του. Έπειτα μίλησε με τον Δήμαρχο. Και στις δυο περιπτώσεις όταν έγιναν προσπάθειες να τον αναγκάσουν ν’ αγοράση ή να δεχθή μια κάρτα του κόμματος, αρνήθηκε για λόγους συνειδήσεως. Όταν του είπαν ‘να πάη να μιλήση με τη γυναίκα του, τη μητέρα του και τον πατέρα του για το ζήτημα,’ απάντησε ότι ‘Αυτό ήταν ζήτημα της πίστεώς του, που δεν εξηρτάτο από τον πατέρα και τη μητέρα ή τη γυναίκα. Απελύθη. Η σύζυγός του Τζόυ» πτυχιούχος του Πανεπιστημίου της Μαλάουι και καθηγήτρια, απελύθη επίσης καθώς και η συνάδελφός της και καθηγήτρια Βενέντσια Καμπβέρα, Μάρτυς.
Ό,τι αλήθευε για κυβερνητικούς υπαλλήλους αλήθευε και για εκείνους που εργάζονταν σε ιδιωτικούς εμπορικούς οίκους.
● Ο Β. Λουζαγκάζι εργαζόταν στην Εταιρία Μάνταλα Μότορς Λίμιτεντ της Μπλαντάυρ πλέον της δεκαετίας. Απελύθη, καθώς και ο Βίντας Μαντόνα, που εργαζόταν τα ίδια χρόνια στην επιχείρησι Όρας Χίκλινκ Λίμιτεντ της Μπλαντάυρ. Ο μάρτυς Λιχόμα εργαζόταν στην Εταιρία Γιουνάιτεντ Τράνσπορτ Λίμιτεντ επί δεκαπέντε έτη. Και αυτός επίσης απελύθη.
Πολλοί εργοδόται διαμαρτυρήθηκαν έντονα για τον εξαναγκασμό που τους έκαμαν ν’ απολύσουν τους Μάρτυρας υπαλλήλους των.
● Μια ένωσις δικηγόρων μάλιστα έφερε το ζήτημα ενώπιον του ιδίου του Προέδρου, ζητώντας—ματαίως—να μη χάσουν δυο από τους πιο έμπιστους υπαλλήλους των, τον Λουβίζι Κουμπέμπα και τον Λ. Δ. Χόκβα. (Η σύζυγος του Χόκβα, διδασκάλισσα, έχασε επίσης τη δημοσία της θέσι.)
● Ο Ινδός ιδιοκτήτης μιας εταιρίας ιματισμού στο Μπλαντάυρ επέστρεφε από ένα ταξίδι όταν διεπίστωσε ότι ο υπάλληλος στον οποίον είχε εμπιστευθή τη διεύθυνσι της επιχειρήσεώς του είχε αναγκαστικά απολυθή κατά την απουσία του. Ο υπάλληλος ήταν Μάρτυς, ο Σκένναρ Μιτέγκο. Ο ιδιοκτήτης της διεκήρυξε ότι επρόκειτο να κλείση την Κρέσεντ Κλόθινγκ Κόμπανυ, αφού δεν μπορούσε, όπως είπε, να λειτουργή χωρίς τις υπηρεσίες αυτού του αξίου υπαλλήλου. Ανεμένετο ότι μια εταιρία που κατείχετο από ωρισμένους κυβερνητικούς αξιωματούχους, η Πρες Τραίηντιγκ Λίμιτεντ, θ’ ανελάμβανε την εταιρία.
Αυτές είναι μόνο λίγες περιπτώσεις από ένα πλήρη κατάλογο Μαρτύρων που απελύθηκαν από την εργασία τους. Όσο είναι γνωστό, κανένας Μάρτυς δεν εργάζεται ως μισθωτός προς το παρόν σ’ ολόκληρη τη χώρα. Αλλά η εκστρατεία δεν σταμάτησε εδώ.
Τους Αρνήθηκαν Θεμελιώδεις Ανάγκες της Ζωής
Η Μαλάουι είναι αγροτική χώρα, όχι βιομηχανική. Η μεγάλη πλειονότης του Λαού της ζουν από τη γεωργία, με το να εργάζωνται κληρονομικές εκτάσεις γης στα μικρά των χωριά. Οι περισσότεροι από τους μάρτυρας του Ιεχωβά στη Μαλάουι ήσαν σ’ αυτή την κατάστασι. Όπως όλοι οι άνθρωποι, και αυτοί έχουν ανάγκη από φυσικά αγαθά, όπως είναι η τροφή, το νερό, τα ενδύματα και η στέγη. Εν τούτοις έγινε μια σχεδιασμένη προσπάθεια για να τους αρνηθούν και αυτές ακόμη τις στοιχειώδεις ανάγκες.
● Στο Σουπούνι, στην περιοχή Τσικβάβα, από όλους τους Μάρτυρας αφαιρέθηκαν οι κήποι των και τους εμπόδισαν ακόμη και ν’ αντλούν νερό από το τοπικό πηγάδι. Για να πάρουν νερό έπρεπε να πάνε στο ποτάμι τέσσερα μίλια μακριά!
Κατά γράμμα χιλιάδες σπίτια εκάησαν ή ισοπεδώθηκαν. Μόνον στο χωριό Τζάλι, στην περιοχή της Ζόμπα, σαράντα σπίτια που ανήκαν σε Μάρτυρες καταστράφηκαν με φωτιά.
● Από το πιο νότιο μέρος της χώρας, την περιοχή Χιρόμο, έρχεται η εξής έκθεσις: «Στα διαμερίσματα του Χιρόμο, Μπάγκουλα και Γκουλούβε, όλα τα σπίτια των αδελφών και όλα τα κτήματά των καταστράφηκαν από τους Νεαρούς Πιονιέρους. Όλοι οι αδελφοί και αδελφές από το χωριό Χάμερα διασκορπίσθηκαν και βρίσκονται στη ζούγκλα. Όλα τα κτήματά των καταστράφηκαν.»
● Από το Χωριό Γκόρντεν πλησίον της Ζόμπα: «Όλα τα σπίτια που ανήκαν σε αδελφούς και αδελφές κατεδαφίσθηκαν. Όλα τα τρόφιμά των και τα κτήματα τα πήραν οι εντόπιοι Αρχηγοί. Όλοι οι αδελφοί και αδελφές έφυγαν από αυτό το χωριό.»
Μια έκθεσις ανακεφαλαιώνει την κατάστασι της στεγάσεως: «Αυτή είναι η ιστορία πολλών οικογενειών μαρτύρων του Ιεχωβά. Γυναίκες και παιδιά κοιμούνται στο ύπαιθρο. Μερικοί απ’ αυτούς κοιμούνται σε σιδηροδρομικούς σταθμούς. Μερικοί σε σταθμούς λεωφορείων, ή οπουδήποτε μπορούν να βρουν ένα τόπο όπου δεν θα ενοχληθούν.»
● Σ’ ένα χωριό στην περιφέρεια Μπλαντάυρ, τη Μάρτυρα Μαζογκόζα, μια χήρα 60 ετών, την επλησίασαν μέλη του Συνδέσμου Νεολαίας και της ζήτησαν ν’ αγοράση μια πολιτική κάρτα. Αυτή αρνήθηκε για λόγους συνειδήσεως. Σε περίοδο μιας εβδομάδος, από τις 24 έως 30 Σεπτεμβρίου, έσφαξαν όλες τις κόττες της, κατόπιν έσφαξαν όλες τις κατσίκες της. Αυτές ήσαν η μόνη περιουσία της. Κατόπιν απείλησαν την ίδια τη ζωή της» ώσπου την ανάγκασαν να φύγη από το χωριό.
Πολλές εκθέσεις είναι πολύ σύντομες, εν τούτοις, σ’ ένα που γνωρίζει τις περιστάσεις στη Μαλάουι, μιλούν όπως ολόκληροι τόμοι.
Χαρακτηριστικά μιλούν για ‘πόρτες και παράθυρα («με 6 τζάμια το καθένα») που συντρίβονται η αφαιρούνται.’ Αυτό μπορεί ν’ ακούεται σαν περίεργο πράγμα ώστε να τονισθή. Αλλά στα χώρια της Μαλάουι, τα περισσότερα σπίτια έχουν τοίχους από λάσπη και αχυρένιες στέγες. Αν ένας έχη μια πόρτα ή ένα παράθυρο, αυτό είναι το πιο πολύτιμο μέρος ολόκληρου του σπιτιού.
Ομοίως αλλεπάλληλες εκθέσεις αναφέρουν ότι κατέστρεψαν ή έκλεψαν, πράγματα, όπως ‘3 κλινοστρωμνές, 3 κουβέρτες, 2 πολυθρόνες, 1 τραπέζι, 1 τραπεζομάνδηλο, 2 λαιμοδέτες, 8 σάκους φυστίκια ξεφλουδισμένα, 1 αποθήκη φυστίκια με τον φλοιό.’ Ίσως πάλι σ’ εκείνους που κατοικούν σε βιομηχανικές χώρες αυτό μπορεί να φαίνεται σαν μια πολύ μικρή απώλεια. Αλλά σ’ εκείνους που τα έχασαν αυτό μπορεί ν’ αντιπροσωπεύη ολόκληρες τις επιπλώσεις του μικρού των σπιτιού και την απώλεια της μικρής συγκομιδής από την οποίαν εξαρτώνταν για να πορισθούν ολίγα χρήματα. Εκείνο το ‘1 τραπεζομάνδηλο’ δυνατόν να υπήρξε το μόνο πράγμα που είχε η Μάρτυς οικοδέσποινα για να στολίση το σπίτι της.
Μερικές φορές τούς πήραν ένα ποδήλατο, ένα ραδιόφωνο ή μια ραπτομηχανή (παραδείγματος χάριν, «1 χειροκίνητη ραπτομηχανή»). Αλλ’ η απώλεια ενός ποδηλάτου γι’ αυτούς είναι ισοδύναμη με την απώλεια ενός αυτοκινήτου για ανθρώπους σε άλλες χώρες. Οποιοδήποτε από αυτά τα είδη δυνατόν ν’ αντιπροσωπεύη το ισοδύναμο των κερδών πολλών μηνών ή δυνατόν να χρειάσθηκε ένα έτος ή και περισσότερος χρόνος γεωργικής εργασίας και οικονομικών για ν’ αποκτηθή.
Μια έκθεσις κατ’ ευθείαν από το στρατόπεδο της Σίντα Μιζάλε της Ζάμπιας μιλεί για τις χιλιάδες Μάρτυρες που είναι πρόσφυγες εκεί:
«Κτήνη, πρόβατα, κοτόπουλα, χοίροι και κατσίκες, όλα τα πήραν από τους αδελφούς. Από πάρα πολλούς αφαιρέθηκαν τα ενδύματά των και τα σκεπάσματα, ώστε εκείνο που έχουν τώρα είναι μόλις ό,τι φορούν επάνω στα σώματά των. Μια από τις αδελφές δεν μπόρεσε να μπη στο στρατόπεδο των προσφύγων επειδή ήταν γυμνή, την είχαν γδύσει τελείως οι νεαροί του Κόμματος του Κογκρέσσου της Μαλάουι. Άλλες αδελφές στο στρατόπεδο χρειάσθηκε να της στείλουν κάτι για να ντυθή πριν μπορέση να μπη. Στην πραγματικότητα όλοι οι αδελφοί που έφυγαν από τη Μαλάουι δεν έχουν τίποτε από όσα άφησαν πίσω τους. Με άλλους λόγους, δεν έχουν τίποτε από τα υλικά υπάρχοντά τους στα οποία να επιστρέψουν.»
Μπορεί μεταχείρισις σαν αυτή που τώρα εξετέθη με αποδείξεις να δικαιολογηθή; Εξετάστε τις κατηγορίες που έγιναν εναντίον των Μαρτύρων στη Μαλάουι και κατόπιν κρίνετε μόνοι σας.