Τραγωδία στη Θάλασσα
Όπως ελέχθη στον ανταποκριτή του «Ξύπνα!» στην Παπούα της Νέας Γουινέας
ΞΕΚΙΝΗΣΑΜΕ από την Γκασμάτα της Νέας Βρεταννίας γύρω στις 11 η ώρα την Τετάρτη, στις 9 Μαρτίου 1976. Ο καιρός ήταν ευχάριστος. Μια απαλή αύρα φούσκωνε τα πανιά του κωπήλατου κανώ μας και μας βοηθούσε να προχωρούμε σταθερά. Για περισσότερη ταχύτητα, κωπηλατούσαμε.
Στ’ αριστερά μας, η παραλία ήταν στολισμένη με αρτόδενδρα ζωηρού πράσινου χρώματος σε αρκετό μήκος του ταξιδιού μας. Την εικόνα αυτή άλλαζαν κατά διαλείμματα τα παραλιακά χωριά και οι μικρές παραλίες που συναντούσαμε πολύ συχνά στο ταξίδι μας. Τα κύματα έγλυφαν την άσπρη τους άμμο και σειρές από κοκκοφοίνικες αποτελούσαν το φόντο τους.
Περίπου τρία ως πέντε μίλια (5 ως 8 χιλιόμετρα) στο εσωτερικό της ξηράς, τα γεμάτα από βλάστησι ζούγκλας βουνά σ’ αυτό το τμήμα του νησιού μήκους 300 μιλίων (485 χιλιομέτρων) της Νέας Βρεταννίας, υψώνοντο απότομα μέχρι ύψος 5.000 ποδών (1.525 μέτρων). Πόσο μεγαλοπρεπή εφαίνοντο!
Πού και πού, το κανώ μας περνούσε από πολύχρωμες κοραλλιογενείς ακτές όπου βλέπαμε τροπικά ψάρια. Παραπλέαμε κατά μήκος της παραλίας σε μικρή απόστασι απ’ αυτήν. Εδώ η θάλασσα ήταν ήσυχη. Από καιρό σε καιρό, βλέπαμε μικρούς σκοπέλους στ’ ανοιχτά να προβάλλουν από τη θάλασσα· τους διακρίναμε από τις κυματιστές άσπρες γραμμές—τα κύματα ανέβαιναν και απέθεταν το φορτίο τους από λευκό αφρό εκεί σε συχνά διαστήματα. Καθώς καθόμαστε στο κανώ και παρατηρούσαμε όλη αυτή την ειρηνική ατμόσφαιρα και το μεγαλείο, ένα βαθύ αίσθημα ικανοποιήσεως πλημμύριζε εμάς, τους παρατηρητάς. Πράγματι, ήταν ένα υπέροχο θέαμα!
Δεν γνωρίζαμε ότι σε λίγες ώρες αυτό το γαλήνιο τοπίο θ’ άλλαζε. Ότι θα βρισκόμαστε μέσα σε μια ταραγμένη θάλασσα με τεράστια κύματα που θα τα μαστίγωνε ένας κυκλωνικός άνεμος.
Σκοπός του Ταξιδιού
Ο σκοπός του ταξιδιού μας ήταν να παρακολουθήσωμε μια συνέλευσι των Μαρτύρων του Ιεχωβά περίπου 30 μίλια (50 χιλιόμετρα) στην ακτή της Ουμίζα. Ήμαστε συνολικά πέντε άτομα, δύο ολοχρόνιοι διάκονοι σε ειδική υπηρεσία, ο Τζακ Νελούλου και ο Ουίλλιαμ Ναχίλο, ένας ηλικιωμένος άνδρας ονόματι Ντέια, η σύζυγός του Κουρκούρ και η εξάχρονη υιοθετημένη κόρη τους. Μερικοί από τους Μάρτυρες του Ιεχωβά στη μικρή εκκλησία της Ουμίζα εφρόντιζαν τη 12-χρονη κόρη και τον 10-χρονο γιο του Ντέια. Έτσι, ο Ντέια και η Κουρκούρ είχαν έναν ακόμη λόγο για τον οποίον πήγαιναν στην Ουμίτα—να δουν τα άλλα δύο παιδιά τους πάλι.
Τα ταξίδια σαν κι αυτό είναι κάτι συνηθισμένο σε μας που κατοικούμε στην παραλία της Νέας Βρεταννίας. Δεν κάναμε τίποτα ασυνήθιστο με το να ταξιδεύωμε με το κωπήλατο κανώ μας κατά μήκος της ακτής. Όλοι ταξιδεύουν μ’ αυτό τον τρόπο. Και τι θέαμα παρουσιάζουν τα κανώ με τα άσπρα πανιά τους απλωμένα καθώς σχίζουν τα κύματα! Η περιοχή μας αφθονεί από ψάρια και άλλα θαλάσσια πλάσματα. Καθώς ταξιδεύαμε, ήταν μαγευτικό να βλέπη κανείς τα διάφορα είδη θαλασσίων πλασμάτων. Τα χαρούμενα παιχνιδίσματα που έκαναν οι φώκιες, πρόσφεραν ένα διασκεδαστικό και ποικίλο θέαμα.
Μας Πλήττει Ένας Τρομερός Άνεμος
Αργά το απόγευμα φθάσαμε στο άκρο του σκόπελου κατά μήκος του οποίου ταξιδεύαμε. Μπροστά μας, όχι μακρυά από το κύριο νησί της Νέας Βρεταννίας, βλέπαμε ένα μικρό νησί που ονομάζεται Ατούι. Αποφασίσαμε ότι μπορούσαμε να διασχίσωμε την απόστασι. Μόνο ένας ελαφρός άνεμος φυσούσε.
Ξαφνικά, στις έξη η ώρα περίπου, όταν βρισκόμαστε στο μέσον αυτής της αποστάσεως στην ανοιχτή θάλασσα και απείχαμε ακόμη ένα μίλι (1,6 χιλιόμετρα) από το Ατούι, μας χτύπησε ένας τρομερός άνεμος. Γρήγορα η θάλασσα άρχισε ν’ αφρίζη. Το κανώ άρχισε να ‘κάνη’ νερά και προσπαθούσαμε απεγνωσμένα να τα βγάλωμε. Θα μπορούσε το κατάρτι και το πανί ν’ αντέξη στον δυνατό άνεμο; Αν ναι, γνωρίζαμε ότι μπορούσαμε να φθάσωμε με ασφάλεια στο μικρό νησί. Αλλά δεν επρόκειτο να συμβή αυτό.
Ο άνεμος ήταν πολύ δυνατός. Φυσούσε με μεγάλη δύναμι από τα βουνά. Κάτω από την πίεσι, το κατάρτι έσπασε και μας άφησε στο έλεος του ανέμου. Κωπηλατούσαμε με περισσότερη δύναμι. Πώς τραβούσαμε τα κουπιά! Αλλά αδυνατούσαμε να κατευθύνωμε το κανώ προς το Ατούι. Ο άνεμος μας έφερνε πάλι προς τη θάλασσα, πολύ μακρυά από το νησί. Ακόμη και τότε σκεπτόμαστε ότι, αν το κανώ δεν έσπαζε, θα μπορούσαμε μετά να βρούμε πάλι τον δρόμο μας, αφού έπεφτε ο άνεμος.
Οδηγούμεθα ολοένα και πιο μακρυά. Η τρικυμία μεγάλωνε διαρκώς. Τώρα το ερώτημα ήταν, Θ’ άντεχε το κανώ; Η έντασις σε κάθε μαδέρι εγίνετο μεγαλύτερη. Κατόπιν, γύρω στις επτά η ώρα, το κανώ μας έσπασε, μη μπορώντας ν’ αντέξη πια. Σχίστηκε από την πλώρη ως την πρύμνη, και ο άνεμος πήρε μακρυά το ήμισυ του κανώ που ήταν ελαφρύτερο. Γρήγορα καταλάβαμε ότι ήταν αδύνατο να σώσωμε τίποτα από το κανώ, μολονότι ο Ουίλλιαμ κρατούσε ακόμη την τσάντα του.
Χωρίς να χάση λεπτό, ο Τζακ χώρισε το υπόλοιπο του κανώ, πετώντας σανίδες στον Ουίλλιαμ, στον Ντέια και στη σύζυγό του, ενώ φώναζε μανιωδώς: «Τώρα μπορούμε να κολυμπήσωμε. Όποιος φθάση πρώτος στην ακτή, μπορεί να πη στους αδελφούς μας στην εκκλησία τι συνέβη για να έλθουν να μας βρουν.»
Ένας Φθάνει με Ασφάλεια
Ο Ουίλλιαμ χωρίσθηκε τότε από τους άλλους, οι οποίοι δεν τον έβλεπαν πια στο σκοτάδι. Άρχισε να κολυμπά προς το Νησί Ατούι, ελπίζοντας ότι οι υπολογισμοί του είναι ορθοί. Εν τω μεταξύ, ο Ντέια, η Κουρκούρ και ο Τζακ, με το μικρό κορίτσι κολλημένο στους ώμους του, απεφάσισαν ότι θα ήταν καλύτερα να κολυμπήσουν προς τον σκόπελο, ελπίζοντας ότι θα μπορούσαν να σταθούν επάνω σ’ αυτόν και να περιμένουν βοήθεια.
«Καθώς κολυμπούσα σκεπτόμουν τον Ιεχωβά Θεό και δεν φοβόμουν,» είπε ο Ουίλλιαμ αργότερα. Δεν αισθάνθηκε κράμπα στους βραχίονές του ούτε στα πόδια του και δεν σκεπτόταν καθόλου ότι θα μπορούσε να πνιγή. Συνεχώς κολυμπούσε, αλλά δεν εύρισκε στεριά. Κατόπιν, θυμάται: «Περίπου στις εννέα η ώρα βγήκε το φεγγάρι. Έβλεπα τα φώτα του Φούλερμπορν (μιας φυτείας) και το νησί του, και κολύμπησα προς τα εκεί. Έφθασα στο νησί περίπου στις 11 η ώρα. Μέχρι τότε το σώμα μου ήταν μουδιασμένο και δεν αισθανόμουν τίποτε.» Ο Ουίλλιαμ έμεινε εκεί ακίνητος στην παραλία έως ότου αισθάνθηκε κάπως καλύτερα και άρχισε να βλέπη πάλι κανονικά. Η θάλασσα και ο άνεμος είχαν πειράξει τα μάτια του και δεν μπορούσε να δη καλά.
Όταν αισθάνθηκε τις δυνάμεις του να επανέρχωνται, σηκώθηκε και πήρε την τσάντα του, την οποία κρατούσε όλη την ώρα που κολυμπούσε στο νερό. Προχώρησε σ’ ένα χωριό του νησιού. Όταν έφθασε, μόνο λίγοι άνθρωποι ήταν στα σπίτια τους. (Οι υπόλοιποι, επειδή εφοβούντο τους ισχυρούς ανέμους, είχαν κωπηλατήσει σ’ ένα μεγαλύτερο χωριό πιο κοντά στη Νέα Βρεταννία.) Οι άνθρωποι πήραν μέσα τον Ουίλλιαμ και του έδωσαν στεγνά ρούχα και μπισκότα. Κατόπιν, κοιμήθηκε. Την αυγή, τον πήγαν στο μεγαλύτερο χωριό στο μεγάλο νησί. Εκεί πήρε ένα κανώ και κωπηλάτησε μέχρι την Ουμίζα. Είπε στους φίλους του εκεί τι είχε συμβή, πώς ο άνεμος είχε καταστρέψει το κανώ και πώς ο Τζακ, το ζεύγος και το μικρό κορίτσι δεν είχαν φθάσει στην ξηρά. Εφοβείτο ότι είχαν πνιγή.
Όλοι λυπήθηκαν πολύ. Ο Ουίλλιαμ τους είπε ότι ο Τζακ δεν είχε σανίδα να κρατηθή όπως οι άλλοι. Είχε επίσης το μικρό κορίτσι στην πλάτη του. Υπέθεσαν ότι θα είχε πνιγή, αφού δεν είχε τίποτε για να τον βοηθήση. Επίσης, σκέφθηκαν ότι και το έγγαμο ζεύγος θα είχε πνιγή. Όλοι ήσαν πολύ αναστατωμένοι. Αλλά παρηγορούσε ο ένας τον άλλο με τη σκέψι ότι αν τα άτομα αυτά είχαν πράγματι πνιγή, ο Ιεχωβά θα τα ενεθυμείτο στην ανάστασι.—Ιωάν. 6:40.
Ο Δεύτερος Επιζήσας Φθάνει
Στη διάρκεια της Πέμπτης, μερικοί Μάρτυρες που ευρίσκοντο εκεί για τη συνέλευσι έψαξαν και στις δύο διευθύνσεις κατά μήκος της παραλίας μήπως βρουν πτώματα. Άλλοι έμειναν και συζητούσαν γι’ αυτό που είχε συμβή. Κατόπιν, περίπου στις 7:30 εκείνο το βράδυ, έφθασε ο Τζακ! Άκουσε κάποιο κλάμα καθώς πλησίαζε σ’ ένα από τα σπίτια. «Μην κλαίτε—είμαι εδώ,» είπε και μετά βυθίσθηκε σε ύπνο. Επειδή νόμιζαν ότι χρειαζόταν τροφή, καθάρισαν λίγη παπάγια και του έβαλαν λίγο στο στόμα. Την αυγή της Παρασκευής, ο Ουίλλιαμ και ένα άλλο άτομο πήγαν σε μια κοντινή φυτεία όπου υπήρχε ένας ασύρματος αποστολής—λήψεως. Ειδοποιήθησαν τα πλοία να ψάξουν για τα πτώματα των άλλων τριών. Εν τούτοις, η θάλασσα ήταν ακόμη τρικυμισμένη και οι καπετάνιοι εφοβούντο να βγουν στη θάλασσα.
Ο Τζακ Αφηγείται τον Εφιάλτη Του
Αργότερα, ο Τζακ ξύπνησε και αφηγήθηκε όλα εκείνα που είχαν συμβή. Αφού έχασαν πια από τα μάτια τους τον Ουίλλιαμ, αυτός, ο Ντέια και η σύζυγός του Ντέια φώναζαν ο ένας προς τον άλλο απεγνωσμένα. Νόμιζαν ότι το κανώ είχε σπάσει κάπου κοντά στον σκόπελο κι έτσι προσπάθησαν να φθάσουν εκεί. Ο Ντέια και η σύζυγός του είχαν και οι δύο σανίδες από το κανώ. Όσο για τον Τζακ, αυτός θυμάται: ‘Δεν είχα τίποτε να κρατώ για να επιπλεύσω. Απλώς κολυμπούσα, με το κορίτσι γαντζωμένο στους ώμους μου.’
Τα κύματα ήσαν γιγαντιαία και έρχονταν κατά πάνω τους με τρομερή δύναμι. Τα αφρισμένα κύματα τους πήγαιναν πότε κάτω και πότε πάνω. Ο άνεμος μεγάλωνε ακόμη περισσότερο τον εφιάλτη καθώς έρριχνε αλμυρό νερό στα πρόσωπα και στα μάτια τους. Καθώς τα κύματα έρχονταν ξαφνικά κατά πάνω τους, δεν μπορούσαν παρά να καταπιούν αρκετό θαλάσσιο νερό.
Σύντομα ο Τζακ χωρίσθηκε από τον Ντέια και τη σύζυγό του. Καθώς νύχτωνε, δεν μπορούσαν να δουν ο ένας τον άλλο. «Φώναξα τα ονόματά τους,» είπε, «αλλά δεν απήντησαν.» Σύντομα αντιλήφθηκε ότι δεν επρόκειτο να βρη τον σκόπελο. Έτσι, με το παιδί ακόμη επάνω του, έστρεψε και προσπάθησε να κολυμπήση προς το νησί που είχαν δει νωρίτερα. Κολύμπησε πάρα πολύ. Περίπου στις 10 η ώρα, ο άνεμος έγινε εξαιρετικά δυνατός και τα κύματα τους σκέπαζαν. Ο Τζακ κολύμπησε για αρκετή ώρα ακόμη, 30 λεπτά περίπου, και μετά, όταν αναζήτησε το παιδί, δεν ήταν πια εκεί! Ένα από τα πελώρια κύματα θα πρέπει να το άρπαξε και επειδή η πλάτη του Τζακ ήταν μουδιασμένη, δεν αισθάνθηκε τίποτε.
Ο Τζακ συνεχίζει: «Όταν αντιλήφθηκα ότι δεν ήταν πια στην πλάτη μου, προσπάθησα να την βρω.» Επί 30 ακόμη λεπτά έψαχνε, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Έτσι, κολυμπούσε συνέχεια χωρίς να ξέρη που πήγαινε. Απλώς εξακολούθησε να κολυμπά μέχρι την αυγή. Το Νησί Ατούι ήταν κοντά. Περίπου στις οχτώ η ώρα έφθασε στην παραλία και κατέρρευσε από την κόπωσι. Χωρίς να το γνωρίζη ο Ουίλλιαμ αυτό συνέβη στην αντίθετη πλευρά του νησιού.
Ο Τζακ βρισκόταν στο νερό περίπου 13 ώρες, και τον περισσότερο χρόνο είχε το μικρό κορίτσι στην πλάτη του. Ήταν πραγματικά ένας μαραθώνιος! Πόσο ευγνώμων ήταν που επέζησε! Το ακίνητο σώμα του κοιτόταν στην παραλία όλο εκείνο το πρωί. Από καιρό σε καιρό εξεμούσε θαλάσσιο νερό που είχε καταπιεί. Μέχρι το μεσημέρι αισθανόταν πολύ αδύνατος. Το μόνο που μπορούσε να κάνη ήταν να μένη ξαπλωμένος εκεί. Κατόπιν κοιμήθηκε μέχρι τις έξη περίπου το βράδυ.
Όταν ξύπνησε, περπάτησε κατά μήκος της παραλίας και βρήκε ένα μικρό κανώ. Συνήθως θα μπορούσε ν’ απολαύση κανείς ένα περίπατο εκεί. Το Ατούι δεν είναι πολύ μεγάλο νησί—έχει μήκος μόνο 300 γυάρδες (275 μέτρα) και είναι περίπου το ήμισυ σε πλάτος, αλλά είναι πολύ όμορφο, περιβάλλεται από μια λευκή άμμο ολόγυρα. Κοκκοφοίνικες και πολλά άλλα δένδρα αφθονούν εκεί και συμβάλλουν πολύ στην ομορφιά του νησιού. Παρ’ όλα αυτά, αυτός ο κυκλώνας είχε πραγματικά καταστρέψει το μικροσκοπικό αυτό νησί. Μερικοί λέγουν ότι αυτός ο άνεμος ήταν από τους χειρότερους άνεμους που είχαν δει ποτέ.
Αφού βρήκε το κανώ, ο Τζακ κωπηλάτησε αργά προς εκεί που ήσαν οι φίλιοι του, περίπου δύο μίλια απόστασι. Γι’ αυτό κατέρρευσε πάλι όταν έφθασε!
Δεν Χάθηκαν Όλα
Ο Τζακ και ο Ουίλλιαμ ανέρρωσαν από τη δοκιμασία τους. Ένα δικαστήριο συνεκλήθη για να εξετάση αυτό που συνέβη και ο δικαστής απεφάνθη ότι ήταν ατύχημα. Παρ’ όλα αυτά, τα αισθήματα μεταξύ των συγγενών των νεκρών ωξύνθησαν πολύ. Σ’ αυτό το νησί, όπως και σε άλλα μέρη της Παπούα της Νέας Γουινέας, υπάρχει αυτό που είναι γνωστό ως συνήθεια «ανταποδόσεως.» Μερικοί απείλησαν τη ζωή αυτών των δύο ολοχρονίων διακόνων, μολονότι ήταν αδύνατον να μπορέσουν να σώσουν αυτοί οι δύο τα άλλα τρία άτομα.
Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι ασφαλές επί του παρόντος να κηρύττη κανείς τα αγαθά νέα της Βασιλείας στην περιοχή της Γκασμάτα, απ’ όπου ήταν ο Ντέια, ιδιαίτερα στο χωριό του, το Λουκουκλουήουκ. Δυστυχώς, άνθρωποι άλλων θρησκειών προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν αυτό το ατύχημα για να σταματήσουν το έργο των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Αλλά ο Τζακ και ο Ουίλλιαμ είναι βέβαιοι ότι τα άτομα που ενδιαφέρονται για τη Βίβλο εδώ θέλουν ακόμη να μάθουν τις αλήθειες της. Ελπίζεται ότι, στον δέοντα χρόνο, θ’ ανοιχθή πάλι ο δρόμος για να επισκεφθούν πάλι αυτά τα χωριά.
Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά αναγνωρίζουν την αλήθεια των εξής Γραφικών λόγων σχετικά με το ανθρώπινο γένος: «Καιρός και περίστασις συναντά εις πάντας αυτούς.» (Εκκλησ. 9:11) Αυτό το ατύχημα θα μπορούσε να είχε συμβή σε οποιοδήποτε άτομο τύχαινε να βρίσκεται στη θάλασσα όταν ξέσπασε η καταιγίδα.
Ο Ουίλλιαμ, κατανοώντας το αυτό, τόνισε ότι εκείνοι που ήσαν στο κανώ εγνώριζαν ότι όμοια πράγματα συνέβαιναν στους αποστόλους. Ο Παύλος είχε ναυαγήσει τέσσερις φορές. Κάποτε δαπάνησε μια ολόκληρη νύχτα και μια ολόκληρη μέρα στο βυθό. (Πράξ. 27:39-44· 2 Κορ. 11:25) Έτσι, όταν συνέβη αυτό το ατύχημα, όλοι τους, σκέφθηκαν τους αποστόλους και αυτό τους ενεδυνάμωσε. Ο Τζακ και ο Ουίλλιαμ ευχαρίστησαν τον Θεό που επέζησαν. Ωστόσο, λυπήθησαν πάρα πολύ γι’ αυτό που συνέβη στον Ντέια, στην Κουρκούρ και στο μικρό τους κορίτσι.
Αν είσθε συγγενείς του Ντέια, ένα άτομο από την περιοχή του ή ίσως κάποιος που ενδιαφέρεται γι’ αυτό το περιστατικό, παρηγορηθήτε διότι δεν χάθηκαν όλα. Ο θάνατος των τριών αυτών ατόμων ήταν οπωσδήποτε μεγάλο πλήγμα. Κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να επαναφέρη κάποιο άλλο άτομο από τους νεκρούς, όπως φαίνεται από την περίπτωσι του γιου του βασιλέως Δαβίδ. (2 Σαμ. 12:23) Αλλά, όπως είπε ο Τζακ: «Γνωρίζομε ότι ο Ιεχωβά Θεός θ’ αναστήση τους νεκρούς.» (Πράξ. 24:15) Γνωρίζει ότι οι νεκροί απλώς κοιμούνται στον θάνατο και ότι ο Θεός θα τους ενθυμηθή και θα τους εγείρει από τον ύπνο τους.—Ιωάν. 11:11-13.
Είθε όλοι οι συγγενείς αυτών των προσφιλών ατόμων, του Ντέια, της Κουρκούρ και της κόρης τους, μαζί μ’ όλους τους άλλους που έχουν υποστή παρόμοιες απώλειες, να παρηγορηθούν από τα λόγια του αποστόλου Ιωάννου στην Αποκάλυψι 20:13. Εκεί, περιγράφει αυτό που είδε να λαμβάνη χώρα στην όρασι που είχε σχετικά με την ανάστασι: «Και έδωκεν η θάλασσα τους εν αυτή νεκρούς, και ο θάνατος και ο άδης έδωκαν τους εν αυτοίς νεκρούς.» Σκεφθήτε τι σημαίνει αυτό! Ο θάνατός τους στη θάλασσα δεν δημιουργεί καμμιά δυσκολία για τον Παντοδύναμο. Στη θέσι της απελπισίας που επέρχεται σε καιρούς τραγωδίας ή απωλείας, οι υποσχέσεις των Γραφών μάς γεμίζουν με την βεβαία προσδοκία ότι μπορούμε να συναντήσωμε πάλι τους προσφιλείς μας αν ασκήσωμε πίστι στην προμήθεια του Θεού για σωτηρία. Αυτό το είδος της συναντήσεως προσδοκούν ο Τζακ και ο Ουίλλιαμ καθώς θυμούνται τους προσφιλείς τους φίλους που χάθηκαν σ’ αυτή την θαλασσινή τραγωδία.