«Ελ Κοκί»—Ο Μικρός Βάτραχος του Πόρτο Ρίκο
Από τον ανταποκριτή του Ξύπνα! στο Πόρτο Ρίκο
ΜΕΤΑ από την εργασία μιας ολόκληρης μέρας, οι άνδρες ήσαν κουρασμένοι, είχαν ζεσταθή και είχαν ιδρώσει. Αλλά συνέχιζαν τις ρυθμικές κινήσεις του πέλεκυ—γκαπ, γκαπ—κόβοντας το ζαχαροκάλαμο. Εν τω μεταξύ, πρόσεχαν μήπως ακούσουν και κανένα άλλο θόρυβο. Τελικά τον άκουσαν, ήταν ο δυνατός ήχος που σήμαινε το πέρας της εργασίας μιας ακόμη μέρας. Ήταν η διαπεραστική φωνή του μικρού βάτραχου του Πόρτο Ρίκο, του κοκί, που αρχίζει το τραγούδι του «πο-κι! κο-κι!» Πριν από πολλά χρόνια, προτού σχηματισθούν τα εργατικά σωματεία, το σάλπισμα του κοκί αποτελούσε το σήμα λήξεως της εργασίας για τους καλαμοκόπτες.
Αυτός ο μικρός βάτραχος έχει μήκος περίπου 36 χιλιοστά (λιγότερο από μιάμισυ ίντσα). Το σώμα του δεν είναι πολύ μεγαλύτερο από το νύχι του αντίχειρα ενός ανθρώπου. Το κεφάλι, με τα μεγάλα, προεξέχοντα μάτια του, είναι πιο πλατύ από το σώμα του. Αυτά τα μάτια είναι πάντοτε άγρυπνα, προσέχοντας μήπως εντοπίσουν κάποιο απρόσεκτο έντομο που θα μπορούσε να πετάξη πολύ κοντά ώστε να γίνη ένας νόστιμος μεζές.
Σε αντίθεσι με τους άλλους βάτραχους, ο κοκί δεν έχει μεμβρανώδη πόδια, αλλά έχει μακρυά δάχτυλα ποδιών, που μοιάζουν με δάχτυλα χεριών του ανθρώπου. Το δέρμα του αλλάζει από ανοιχτό σε σκούρο, για να προσαρμόζεται με το περιβάλλον του. Ένα άλλο χαρακτηριστικό που δεν χαρακτηρίζει τους βάτραχους είναι η ανάπτυξίς του από αυγά σε έμβρυο και τελικά σε βάτραχο. Δεν υπάρχει στάδιο γυρίνου. Το θηλυκό είναι τεράστιο σε σύγκρισι με το αρσενικό. Το θηλυκό συνήθως αφήνει περίπου 36 αυγά πάνω στο φύλλο ενός υπαίθριου φυτού, ακριβώς στην επιφάνεια του νερού στο κατώτερο μέρος του φύλλου. Τα αυγά σχηματίζουν μια μάζα σχήματος οβάλ διαμέτρου έξη ως οκτώ χιλιοστών (περίπου ένα τέταρτο της ίντσας).
Τη νύχτα, οι βάτραχοι κοκί κάθονται πάνω σε φυτά, απολαμβάνοντας τους δικούς τους αρμονικούς ήχους. Μόνο τα αρσενικά τραγουδούν. Μερικές φορές, αρχίζουν το μελωδικό τους τραγούδι απαλά, ανεβαίνοντας στη μουσική κλίμακα, «κο-κι-κι-κι-κι-κι!» πολύ γρήγορα. Καθώς το τραγούδι γίνεται δυνατότερο, επανέρχονται στον ομαλό ρυθμό με τις συνηθισμένες δύο νότες «κο-κι! κο-κι». Οι κάτοικοι του Πόρτο Ρίκο θεωρούν αυτό τον ήχο σαν τον πιο ευχάριστο συνοδευτικό ρυθμό στα βραδυνά τους γεύματα.
Μια οικογένεια ιδιαίτερα απολάμβανε τα νυχτερινά τραγούδια του μικρού βάτραχου πάνω στο βρομελιοειδές φυτό που κρεμόταν στη βεράντα. Ήταν μια απόλαυσις για τους επισκέπτες άλλων χωρών. Η ησυχία του συχνά διαταρασσόταν καθώς οι άνθρωποι έκοβαν ένα φύλλο από το φυτό για να δουν το μικρό σώμα από το οποίο έβγαινε αυτή η μεγάλη φωνή. Κάποτε εθεάθη να κάθεται στις μετάλλινες γρίλλιες ενός παραθύρου, και ν’ αναπνέη διπλασιάζοντας το μέγεθός του, κι’ έπειτα να βγάζη την κραυγή «κο-κι!» ενώ το σώμα του επάλλετο με κάθε νότα.
Σε μια μικρή νησιώτικη πόλι, μια γυναίκα είχε τη χαρά να παρευρεθή στη γέννησι μιας οικογένειας κοκί. Ένα βράδυ είδε το θηλυκό ψηλά στον τοίχο της κουζίνας. Το σκουρότερο, κάπως σαν κρεατοελιά θηλυκό δεν έχει την ίδια καλή εμφάνισι με το αρσενικό. Το πρωί, η γυναίκα έκανε έναν έλεγχο στην οπή που διέμενε το αρσενικό και το βρήκε να κάθεται πάνω σ’ ένα πλήθος αυγών. Οι νύχτες ήσαν ήσυχες τώρα, διότι ο μπαμπάς κοκί, όταν εκτελή τα καθήκοντά του, δεν τραγουδά.
Η γυναίκα εξακολούθησε να κοιτά τα αυγά, και η επαγρύπνησί της ανταμείφθηκε. Τελικά, παρατήρησε ένα ρεύμα ύδατος να περνά πάνω από τα αυγά. Αρκετές φορές το αρσενικό τα ψέκασε. Γρήγορα, φάνηκε ότι ένα από τα αυγά στροβιλιζόταν, αλλά μόνο για μια στιγμή. Η μεμβράνη έσπασε και βγήκε έξω ένα μικροσκοπικό κοκί, στο μέγεθος περίπου ενός κοινού μυρμηγκιού αλλά με μακρυά πόδια. Το μικροσκοπικό πλάσμα εξαφανίσθηκε γρήγορα. Έπειτα, και άλλα αυγά άρχισαν να σκάζουν. Τελικά, η οπή ζωντάνεψε με στροβιλιζόμενα αυγά και μικροσκοπικούς κοκί να τρέχουν ψάχνοντας για καταφύγιο.
Ο πατέρας εξακολούθησε να ψεκάζη με νερό κατά διαλείμματα, προφανώς αδιάφορος για τη φυγή των απογόνων του. Όταν τελείωσε το έργο του, έφυγε. Η φωνή του δεν ακουγόταν επί αρκετά βράδυα. Αλλά μετά από μια βδομάδα περίπου, ο γνωστός ήχος έβγαινε από την ίδια γωνιά του παραθύρου που χρησιμοποιούσε προηγουμένως. Κι’ εκεί καθόταν ενώ το μικρό του σώμα έβγαζε τις δύο ευπρόσδεκτες νότες, «κο-κι! κο-κι!»