Κουβανέζοι Πρόσφυγες Αφηγούνται την Ιστορία Τους
ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΟ παράδειγμα των Μαρτύρων του Ιεχωβά που αναγκάστηκαν να φύγουν από την Κούβα ήταν ο Χοζέ Τούνιδορ. Αυτός αφηγείται τα επόμενα:
«Το Δεκέμβριο του 1978, η αστυνομία ήρθε στο σπίτι μου, και με πήρε χωρίς καμιά εξήγηση. Με φυλάκισαν μαζί μ’ έναν άλλο Μάρτυρα του Ιεχωβά, τον Ερνέστο Αλφόνσο. Κι αυτός δεν ήξερε γιατί τον είχαν φυλακίσει.
«Αργότερα, μ’ έφεραν πίσω στο σπίτι μου για να το ερευνήσουν. Κατάσχεσαν τα έντυπα που είχα τα οποία εξηγούσαν τη Γραφή. Πήραν επίσης και τη γραφομηχανή μου. Στη φυλακή, έμαθα ότι είχαν κατασχέσει επίσης και τη γραφομηχανή και τα έντυπα του Ερνέστο. Γιατί; Μας κατηγόρησαν ότι είμαστε αντικοινωνικοί απλώς επειδή πιστεύαμε στη Βίβλο και μιλούσαμε για τις αλήθειες της σ’ άλλους. Μας κατηγόρησαν ότι είμαστε επικίνδυνοι, και το δικαστήριο μας καταδίκασε σε τριετή φυλάκιση.»
Ο Τούνιδορ στάλθηκε σε μια φυλακή στην Αγκουίσα, κοντά στο Κολόν, στην επαρχία Ματάνσας. Εκεί εργάστηκε στη φυλακή μέχρις ότου τον μετέφεραν στα χωράφια για να κόβει ζαχαροκάλαμο. Έπειτα τον έδιωξαν από την επαρχία. Τον μετέφεραν στη Λα Καμπάνια, μια ονομαστή φυλακή στην Αβάνα, και κατόπιν σε μια τοποθεσία κοντά στο Λιμάνι Μαριέλ, και κατόπιν τον έβαλαν σ’ ένα πλοίο με κατεύθυνση τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Μολονότι πολλοί Μάρτυρες του Ιεχωβά υποχρεώθηκαν να φύγουν από τη χώρα ενώ ήταν φυλακισμένοι, άλλους τους μάζεψαν από τα σπίτια τους και τους απέλασαν. Δεν μπορούσαν να πάρουν τίποτα από τα πράγματά τους μαζί τους, και, μερικές φορές, δεν μπορούσαν ακόμη ν’ αποχαιρετίσουν τους συγγενείς τους. Ο Ερμίνιο Αρρόγιο αφηγείται τα εξής:
«Η αστυνομία ήρθε στο σπίτι μου στις τρεις περίπου το πρωί, ενώ ακόμη κοιμόμαστε. Μαζί τους είχαν χαρτιά για να μας απελάσουν και μας είπαν να ντυθούμε. Μας μετέφεραν στο γραφείο μεταναστεύσεως αμέσως και μας έγδυσαν ψάχνοντας για τυχόν αντικείμενα αξίας. Στις 6 περίπου το απόγευμα την ίδια μέρα, εμείς και 300 άλλοι μπήκαμε σε μια ψαρόβαρκα για ν’ αρχίσουμε το ταξίδι μας προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.»
Πολλοί άλλοι Μάρτυρες του Ιεχωβά είχαν παρόμοιες πείρες, τους επισκέφτηκαν οι αρχές τα ξημερώματα, ή και πριν, για να τους αναγκάσουν να φύγουν από τη χώρα. Έπρεπε να φύγουν κυριολεκτικά με τα ρούχα μόνο που φορούσαν. Ακόμη και τις βέρες τους, καθώς και άλλα πράγματα αξίας, τους τα έπαιρναν.
Είναι ευνόητο ότι μια κυβέρνηση θα ήθελε ν’ απαλλαγεί από εγκληματίες και ανεπιθύμητους ανθρώπους. Αλλά γιατί αυτή η βιασύνη να διώξουν από τη χώρα αυτή την ομάδα των ειλικρινών Χριστιανών; Ποιο είναι το παρελθόν αυτής της καταστάσεως;
Ο Διωγμός Αρχίζει
Το 1962 η Κουβανική κυβέρνηση απαγόρευσε την εισαγωγή Βιβλικών εντύπων από τους Μάρτυρες του Ιεχωβά. Το κράτος εξέδωσε απόφαση ότι τέτοιες εκδόσεις ήταν «βλαβερές, αντιδραστικές και ιμπεριαλιστικές.» Φυσικά, εκείνοι που είναι εξοικειωμένοι με το έργο των Μαρτύρων του Ιεχωβά ξέρουν ότι αυτό δεν μπορούσε ν’ αληθεύει. Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά στην Κούβα είναι η ίδια κατηγορία ευγενικών και έντιμων ανθρώπων που έχουν καλό υπόμνημα συμπεριφοράς παγκόσμια.
Ωστόσο, ο διωγμός εξακολούθησε ν’ αυξάνει. Ο Λούις Άλκαντουρ, ένας από τους πρόσφυγες που βρίσκεται τώρα στις Ηνωμένες Πολιτείες, θυμάται τα εξής: «Τον Νοέμβριο του 1965, εξαπολύθηκε μια ομαδική επίθεση κατά των Μαρτύρων του Ιεχωβά στην Κούβα, ιδιαίτερα, εκείνο του καιρό, κατά των νεαρών στρατεύσιμης ηλικίας. Εκατοντάδες απ’ αυτούς τους νεαρούς Χριστιανούς πέθαναν σε διάφορα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, η πλειονότητα από τους οποίους στην επαρχία Καμαγκουέυ.»
Σχετικά με τα πρώτα χρόνια στη φυλακή, ο Άλκαντουρ λέει: «Δεν μας έδωσαν φαγητό για 12 συνεχείς μέρες. Μας έδιναν νερό μόνο μια φορά την ημέρα. Μας έβαζαν να στεκόμαστε όρθιοι, κάτω από τον ήλιο, τη βροχή, τα κουνούπια και τις σκνίπες. Την 11ημέρα μας βούτηξαν σε μια δεξαμενή γεμάτη νερό.»
Τότε, ο Άλκαντουρ ήταν 19 χρόνων. Είχε φυλακιστεί επειδή αρνήθηκε να λάβει μέρος σε στρατιωτική υπηρεσία επειδή ήταν αντιρρησίας συνειδήσεως.
Ένας άλλος πρόσφυγας, ο Αλμπέρτο Σάνσεζ, λέει τα εξής για τη μεταχείριση που υπέστη: «Επειδή δεν συμβιβάζαμε την πίστη μας, μας έδερναν, μας έρριχναν κρύο νερό το βράδυ, και μερικούς τους έδεναν και τους έσερναν με ζυγούς βοδιών γύρω από το λαιμό τους. Σε μια περίπτωση σημάδευαν μ’ ένα όπλο στο κεφάλι μου και μου είπαν να βαδίσω, αλλιώς θα με πυροβολούσαν. Σε δυο περιπτώσεις ετοίμασαν εκτελεστικά αποσπάσματα, και μας είπαν να σταθούμε μπροστά τους. Δόθηκαν ακόμη και τα παραγγέλματα για τη βολή αλλά δεν πυροβόλησαν.
«Μερικοί Μάρτυρες αναγκάστηκαν να μένουν σε παραπήγματα που ήταν μόνο ομοφυλόφιλοι. Αλλά όταν τους μίλησαν και τους εξήγησαν τη Χριστιανική τους θέση που βασίζεται στη Βίβλο, τότε έδειξαν σεβασμό στους Μάρτυρες. Αυτό μεγάλωσε το μίσος που έδειχναν για τους Μάρτυρες οι στρατιωτικοί.»
Σε άλλα στρατόπεδα, πολύ περισσότεροι Μάρτυρες υπέστησαν φρικτή κακομεταχείριση. Τους άφηναν νηστικούς, αντιμετώπισαν γυμνότητα, αφέθηκαν στο έλεος των κουνουπιών, υπόφεραν το κρύο της χειμωνιάτικης νύχτας, τους έβαλαν σε απομόνωση και βρίσκονταν κάτω από τη συνεχή απειλή του θανάτου. Ένας Μάρτυρας, ο Ούρσουλο Μπρίτο, κρεμάστηκε με τα πόδια από το ταβάνι για αρκετό χρόνο.
Ο Διωγμός Αυξάνει
Το 1968 η κυβέρνηση ενέτεινε το διωγμό. Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά δέχονταν συνεχώς επιθέσεις μέσω του τύπου, του ραδιοφώνου και της τηλεοράσεως, κακοπαριστάνονταν σαν δολοφόνοι, ανατρεπτικοί και φανατικοί. Γίνονταν και πολλές άλλες ευτελείς και ψεύτικες κατηγορίες. Σαν αποτέλεσμα, οι συνθήκες έγιναν πολύ πιεστικές ακόμη και στους τόπους εργασίας. Πολλοί Μάρτυρες έχασαν καλές δουλειές και δεν μπορούσαν πουθενά ν’ απευθυνθούν. Αναγκάστηκαν ν’ αναλάβουν δουλειές που κανένας άλλος δεν ήθελε, και με πολύ χαμηλούς μισθούς.
Εκτός από τη συστηματική επίθεση, η κυβέρνηση θέσπισε νέους νόμους επιβάλλοντας ποινές φυλακίσεως σε κάθε πατέρα, μητέρα η δάσκαλο που θα εκπαίδευε τα παιδιά σε ό,τι χαρακτηρίζεται σαν «έλλειψη σεβασμού για πατριωτικές οργανώσεις η σύμβολα.» Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά δεν διδάσκουν τέτοια «έλλειψη σεβασμού.» Αλλά η κυβέρνηση θεωρεί ανευλαβή τη διδασκαλία τους που βασίζεται σε όσα λέει η Βίβλος, δηλαδή: «Ιεχωβά τον Θεόν σου θέλεις προσκυνήσει και αυτόν μόνον θέλεις λατρεύσει,» επίσης: «Τεκνία, φυλάξατε εαυτούς από των ειδώλων.»—Ματθ. 4:10, ΜΝΚ· 1 Ιωάν. 5:21.
Έτσι, πολλές μητέρες και πατέρες φυλακίστηκαν επειδή ακολουθούσαν τις οδηγίες του Λόγου του Θεού να διδάσκουν «το παιδίον εν αρχή της οδού αυτού» εντυπώνοντας στο παιδί τις αρχές της αληθινής λατρείας. (Παρ. 22:6· Εφεσ. 6:4) Παραδείγματος χάρη, μια από τις κόρες του Ερμίνιο Αρρόγιο θυμάται τα εξής: «Όταν τα παιδιά αρνήθηκαν να χαιρετίσουν τη σημαία, υπέστησαν κακομεταχείριση από άλλους συμμαθητές, και οι δάσκαλοι συχνά καλούσαν τις αρχές, πράγμα που σήμαινε τριών ως έξι μηνών φυλάκιση, για τους γονείς.»
Έρευνα στα Σπίτια
Σε πολλές περιπτώσεις, οι αρχές έκαναν ξαφνικές έρευνες σε σπίτια Μαρτύρων. Έψαχναν για κάτι που θα ενοχοποιούσε τους Μάρτυρες. Παραδείγματος χάρη, ο Λούις Άλκαντουρ λέει για μια απ’ αυτές τις έρευνες:
«Στις 30 Μαρτίου 1977, όργανα της ασφάλειας του Κράτους ήρθαν στο σπίτι μου στις 5 το απόγευμα. Εκείνο τον καιρό η μέθοδος που χρησιμοποιούσαν ήταν να μπαίνουν στο σπίτι και να ερευνούν πολλοί μαζί. Ένας απ’ αυτούς τοποθετούσε αντικείμενα όπως όπλα ή ναρκωτικά σε κάποιο μέρος. Κι ένας άλλος προσποιόταν πως τα ανακάλυπτε. Μ’ αυτό τον τρόπο μας κατηγορούσαν ψεύτικα.
«Η έρευνα στο σπίτι μου σ’ εκείνη την περίπτωση τελείωσε στις 11 το βράδυ. Πήραν όσα πράγματα τους άρεσαν, μεταξύ των οποίων και αντικείμενα προσωπικής φύσεως, όπως μια ηλεκτρική ξυριστική μηχανή, ρούχα και χρήματα. Πήραν επίσης τη γραφομηχανή μου και Βιβλικά έντυπα. Με κατηγόρησαν ότι είχα ένα αντεπαναστατικό έγγραφο, αλλά δεν το παρουσίασαν στη διάρκεια της δίκης μου.»
Αντισυνταγματικές Επιθέσεις
Είναι σαφές, λοιπόν, ότι τις προηγούμενες δύο δεκαετίες η κυβέρνηση της Κούβας προσπάθησε να συντρίψει τους Μάρτυρες του Ιεχωβά. Ο πρόσφυγας Κρίτο Λεόν το χαρακτήρισε σαν «συστηματική επίθεση από την Κουβανική κυβέρνηση κατά της λατρείας μας.» Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά έχουν τεθεί εκτός νόμου, τους έχει απαγορευτεί να εισάγουν ή να εκτυπώνουν περιοδικά, το γραφείο του τμήματός τους έχει κλειστεί, οι τόποι συναθροίσεώς τους για λατρεία έχουν κλειστεί, η δημόσια διακονία τους έχει τεθεί εκτός νόμου, και χιλιάδες ποινές φυλακίσεως έχουν επιβληθεί.
Αυτή η 20-ετής επίθεση παραβιάζει καθαρά το σύνταγμα της Δημοκρατίας της Κούβας. Αυτό το σύνταγμα «εγγυάται» ελευθερία θρησκείας. Το άρθρο 54 ορίζει ρητώς: «Το σοσιαλιστικό κράτος, το οποίο βασίζει τη δράση του και εκπαιδεύει το λαό στην επιστημονική υλιστική αντίληψη του σύμπαντος, αναγνωρίζει και εγγυάται ελευθερία συνειδήσεως και το δικαίωμα του καθενός να πρεσβεύει οποιαδήποτε θρησκεία και να ασκεί, μέσα στα πλαίσια του σεβασμού για το νόμο, την πίστη της προτιμήσεώς του.»
Εκείνοι που είναι εξοικειωμένοι με τους Μάρτυρες του Ιεχωβά ξέρουν ότι αυτός ο σεβασμός για το νόμο είναι μέρος των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων. Πράγματι, είναι γνωστοί παγκόσμια για το σεβασμό τους στο νόμο. Επομένως, θα έπρεπε οπωσδήποτε να τους επιτρέπεται να ‘πρεσβεύουν τη θρησκεία τους και να την ασκούν,’ όπως επιτρέπεται να το κάνουν αυτό σε πολλές άλλες χώρες.
Κατά Άλλων Θρησκειών;
Οι πράξεις της Κουβανικής κυβερνήσεως κατά Μαρτύρων του Ιεχωβά δημιουργούν αυτό το ερώτημα: Διώκει η κυβέρνηση και άλλες επίσης θρησκείες;
Στην Κούβα υπάρχουν πολλές Καθολικές εκκλησίες. Οι πόρτες τους είναι ανοιχτές στο κοινό. Το ίδιο αληθεύει και για τις Προτεσταντικές εκκλησίες. Αλλά οι τόποι συναθροίσεως των Μαρτύρων του Ιεχωβά είναι κλειστοί με κυβερνητικό διάταγμα. Γιατί αυτό το διπλό μέτρο;
Είναι αλήθεια ότι για κάποιο χρόνο μερικές από τις άλλες θρησκευτικές ομάδες δέχτηκαν κυβερνητική πίεση. Αλλά σύντομα συμβιβάστηκαν κι επέτρεψαν στους εαυτούς τους να χρησιμοποιηθούν πολιτικά. Αλλά οι Μάρτυρες του Ιεχωβά δεν μπορούν να το κάνουν αυτό, επειδή θα παραβιαζόταν η πίστη τους. Επομένως, έπρεπε να υποφέρουν την πίεση του διωγμού στη διάρκεια όλων αυτών των ετών.
Ωστόσο, ένα ερώτημα παραμένει ακόμη αναπάντητο. Γιατί οι Μάρτυρες του Ιεχωβά ακολουθούν ένα θρησκευτικό τρόπο ζωής που τους κάνει να υποφέρουν τόσα πολλά σε μια χώρα όπως η Κούβα; Και πώς είναι δυνατόν γι’ αυτούς να υπομένουν τόσες πολλές δοκιμασίες για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, κι’ όλα αυτά επειδή μένουν πιστά προσκολλημένοι στις πεποιθήσεις τους;
[Πρόταση που τονίζεται στη σελίδα 5]
«Μας κατηγόρησαν ότι είμαστε αντικοινωνικοί απλώς επειδή πιστεύαμε στη Βίβλο και μιλούσαμε για τις αλήθειες της σε άλλους»
[Πρόταση που τονίζεται στη σελίδα 6]
Έπρεπε να φύγουν κυριολεκτικά μόνο με τα ρούχα που φορούσαν. Ακόμη και τις βέρες, καθώς, και άλλα πολύτιμα αντικείμενα τους τα έπαιρναν
[Πρόταση που τονίζεται στη σελίδα 7]
Πολλές μητέρες και πατέρες φυλακίστηκαν επειδή ακολουθούσαν τις οδηγίες του Λόγου του Θεού να διδάσκουν «το παιδίον εν αρχή της οδού αυτού»