Η Έρευνά μου για Κοινωνική Δικαιοσύνη
Αφηγείται ο Ραφαέλ Κοέλο Σερράνο
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ για όλους! Κοινωνική αυταπάτη; Η επιδίωξη του ασύλληπτου αυτού στόχου με οδήγησε στη φυλακή δέκα φορές, μέσα και έξω από τον Κομμουνισμό, από τις εξαθλιωμένες κατοικίες του ενός δωματίου ως τις διπλωματικές αποστολές σε ξένες κυβερνήσεις. Μου πήρε 50 χρόνια, αλλά βρήκα την απάντηση.
Γεννήθηκα τον Αύγουστο του 1910 στην Γκουαγιακίλ του Εκουαντόρ. Το ταπεινό σπίτι μας στέγαζε μια μεγάλη οικογένεια, μαζί και τον παππού μου, που ήταν δημοσιογράφος, και ο οποίος με μεγάλωσε «στα γόνατα του». Ο πατέρας μου περνούσε όλο τον ελεύθερο χρόνο του με τους φίλους του. Οι άντρες—συγγενείς, γείτονες ή επισκέπτες—καυχιόνταν ότι ήταν εναντίον της εκκλησίας και ελεύθεροι διανοητές οι απλές γυναίκες μιλούσαν για τον Θεό και τον Ιησού.
Από τότε ακόμη μπορούσα να διακρίνω τις μεγάλες διαφορές στον τρόπο ζωής των ανθρώπων. Η κοινότητα χαρακτηριζόταν γενικά από την έλλειψη παπουτσιών και από διάφορες κατοικίες του ενός δωματίου. Οι ελάχιστοι προνομιούχοι επίπλωναν και στόλιζαν τα Ευρωπαϊκού τύπου σπίτια τους με τα πλούτη που αποκτούσαν από το κακάο, ενώ οι ξυπόλητοι εργάτες άπλωναν τους «χρυσοφόρους σπόρους» για να ξεραθούν στους δρόμους που καψάλιζε ο ήλιος.
Τα χρόνια εκείνα ο λαός της Γκουαγιακίλ υπέφερε πολλά, καθώς κατά περιόδους η περιοχή μαστιζόταν από επιδημίες όπως ο κίτρινος πυρετός και η βουβωνική πανώλης. Η ελονοσία και η φυματίωση ήταν κάτι το συνηθισμένο. Εγώ ήμουν ένα κοκαλιάρικο, αρρωστιάρικο παιδί, και οι φίλοι κι οι δάσκαλοι περίμεναν ότι θα πέθαινα μικρός. Αλλά αποδείχτηκε ότι είχα μεγάλη όρεξη για τη ζωή, πράγμα που διατηρώ μέχρι σήμερα.
Αγωνιστής Εναντία στην Κοινωνική Αδικία
Στο γυμνάσιο αισθανόμουν την πίεση της κοινωνικής αδικίας, γιατί είχα πολλές αποτυχίες που οφείλονταν στο γεγονός ότι δεν είχα αριστοκρατική καταγωγή. Μου δημιουργήθηκε επιθυμία να γίνω αγωνιστής ενάντια στην κοινωνική αδικία.
Έμαθα για τη θλιβερή ιστορία της ανθρωπότητας με τους αιματοβαμμένους πολέμους, τις θρησκευτικές διαιρέσεις, τις Σταυροφορίες και την Ιερά Εξέταση, που κορυφώθηκαν με την έκρηξη του πρώτου παγκόσμιου πόλεμου, πράγματα που όλα τους, κατά κύριο λόγο, συνέβησαν στον λεγόμενο Χριστιανικό κόσμο. Η πλειονότητα του ανθρώπινου γένους ζούσε σε συγκλονιστική αθλιότητα. Οι εργάτες, οι ταπεινοί χωριάτες και γενικά οι φτωχοί ήταν κάτι λιγότερο από απόβλητοι κάτω από τον ζυγό των πλούσιων. Οι υπανάπτυκτες χώρες ήταν οι αποθήκες πρώτων υλών των βιομηχανικών χωρών, οι οποίες αναπτύσσονταν με ευημερία, ενώ εμείς συνεχίζαμε την πρωτόγονη απλότητα μας. Από παντού ανέβαινε η κατακραυγή: «Κοινωνική αδικία!»
Παρότι είχα πάθος για τα μαθηματικά, τη φυσική και την αστρονομία, όταν τέλειωσα το γυμνάσιο γράφτηκα στο πανεπιστήμιο, στη νομική σχολή, γιατί ήταν η μόνη ευκολοπρόσιτη. Αλλά το πανεπιστήμιο λειτουργούσε με πολλές ατέλειες. Οι φοιτητές που είχαν κοινωνική και οικονομική επιρροή απολάμβαναν ειδική μεταχείριση. Και υπήρχαν αναχρονιστικές μέθοδοι διδασκαλίας.
Θυμάμαι έναν καθηγητή του οποίου ο τρόπος διδασκαλίας ήταν απλώς να κάθεται στην έδρα του και να μας βάζει να διαβάζουμε δυνατά την ύλη της φιλοσοφίας του Δικαίου. Μια μέρα αποφασίσαμε να ζητήσουμε να μας δώσει την ευκαιρία να συζητήσουμε την ύλη, αφού ήδη την είχαμε διαβάσει από πριν. Ποιος ήταν ο εκπρόσωπος της τάξεως; Εγώ.
Το μάθημα άρχισε κάπως έτσι: «Κύριε καθηγητά, θα θέλαμε να σας ζητήσουμε να μη μας βάλετε να διαβάσουμε δυνατά τη σημερινή ύλη, γιατί ήδη . . .»
«Σιωπή!» φώναξε, «Εγώ είμαι εκείνος που αποφασίζει για την μέθοδο διδασκαλίας εδώ.»
«Απλώς σας ζητάμε . . .»
«Έξω από την αίθουσα!»
«Δεν είμαι υποχρεωμένος να φύγω,» απάντησα.
«Ο ένας από τους δύο μας δεν χρειάζεται εδώ,» απάντησε ο θυμωμένος καθηγητής.
«Αυτός που πρέπει να φύγει δεν είμαι εγώ!» απάντησα μέσα σε θύελλα χειροκροτημάτων.
Ο καθηγητής έφυγε και δεν ξαναγύρισε. Κι έτσι άρχισε ο αγώνας μας. Πέντε μήνες αργότερα 16 σπουδαστές αποβλήθηκαν και τους αρνήθηκαν το δικαίωμα να εγγραφούν στα πανεπιστήμια του Κουίτο και της Κουένκα επίσης. Μερικοί εργάτες και αγρότες έφτιαξαν μια ομάδα για να μας υποστηρίξουν. Μερικούς μήνες αργότερα, μόλις στα δεκαεννιά μου, βρέθηκα στη φυλακή.
Τον καιρό εκείνο οι θρησκευτικές δραστηριότητες μέσα στη φυλακή απαγορεύονταν. Παρ’ όλα αυτά, μια Κυριακή ήρθε ένας Ρωμαιοκαθολικός ιερέας για να κάνει τη Λειτουργία. Εμείς οι πολιτικοί κρατούμενοι, παροτρύναμε τους άλλους να διαμαρτυρηθούν και, μέσα στην ταραχή, καήκανε θρησκευτικά εμβλήματα και αγάλματα. Ο διευθυντής των φυλακών έβαλε να σύρουν έναν από τους διαμαρτυρόμενους έξω από το κελί του, να τον γδύσουν μέχρι τη μέση μπροστά στα κελιά μας και να τον μαστιγώσουν ανελέητα. Μας ειδοποίησαν ότι εάν διέρρεε κάτι απ’ αυτά που συνέβησαν στον τύπο, θα μας τιμωρούσαν και μας. Την άλλη μέρα, η μεγαλύτερη ημερήσια εφημερίδα στη Γκουαγιακίλ ανέφερε την είδηση. Μας έβαλαν στην απομόνωση. Όμως, η αντίδραση της πόλεως ήταν τέτοια, που ο διευθυντής των φυλακών μετατέθηκε. Μετά, έναν-έναν μας απελευθέρωσαν. Επειδή ήμουν ο πιο πεισματάρης, με ελευθέρωσαν τελευταίο.
Στον Κομμουνισμό
Τώρα αποφάσισα να γίνω Κομμουνιστής. «Εδώ μπορώ να πολεμήσω την κοινωνική αδικία,» σκέφτηκα. Μελέτησα λεπτομερώς τις διδασκαλίες των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν, και οργάνωσα την πρώτη επίσημη Κομμουνιστική ομάδα στο Εκουαντόρ. Αλλά το να είσαι Κομμουνιστής τότε σήμαινε ότι γινόσουνα απόκληρος. Με πέταξαν έξω από το σπίτι μου και η οικογένεια μου δεν μου μιλούσε. Εργάστηκα σαν λιπαντής σ’ ένα ποταμόπλοιο, και σαν βοηθός μηχανικού. Πολλές φορές εμένα νηστικός.
Επί εφτά χρόνια, από το 1929 μέχρι το 1936, εμείς, οι Κομμουνιστές, δώσαμε σκληρές μάχες ενάντια στους Σοσιαλιστές, ενάντια στην έφιππη αστυνομία και ενάντια σ’ άλλες ομάδες που ισχυρίζονταν ότι ήταν Κομμουνιστές, αλλά ήταν μετριοπαθείς. Ο αρχηγός της έφιππης αστυνομίας ήταν ο πατέρας ενός φίλου μου. Συχνά με προσκαλούσε να φάω σπίτι του. «Κοελίτο», μου έλεγε, «εδώ, στο σπίτι μου, είσαι σαν γιος μου· αλλά αν σε πιάσω στα συλλαλητήρια στο δρόμο, θα σε μαστιγώσω όπως και κάθε άλλο στασιαστή.»
«Σ’ ευχαριστώ, Αρχηγέ,» απαντούσα, «αλλά και μεις, αν έρθεις εναντίον μας, θα σε λιθοβολήσουμε.» Και μια νύχτα, όπως ήρθαν τα πράγματα, μόλις που γλύτωσε το θάνατο, όταν τον έριξαν από άλογο του οι λιθοβολισμοί. Συνέβη σ’ ένα συλλαλητήριο που δεν είχα πάρει μέρος.
Καθώς μελετούσα τη θεωρία του Μαρξ, βρήκα πολλές ασυνέπειες και αναπάντητα ερωτήματα. Παραδείγματος χάρη, το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, των Μαρξ και Ένγκελς, υποστηρίζει τη «δικτατορία του προλεταριάτου.» Ταυτόχρονα, ο Λένιν έλεγε ότι το Κράτος, που αποτελείται από «το στρατό, την αστυνομία, τις φυλακές», είναι το ρόπαλο που καταπιέζει το προλεταριάτο. «Η ορατή φύση είναι ύλη εν κινήσει,» είπε ο Ένγκελς. Αλλά πώς κινείται; Προς τα που κινείται; Υπάρχει τάξη στην κίνηση; Ο Κομμουνισμός δεν εξηγεί αυτά τα θέματα. Τέλος, αποφάσισα ότι η λύση για την κοινωνική αδικία δεν είναι ο Κομμουνισμός.
Ένα χρόνο αργότερα διαλύθηκε ο πρώτος μου γάμος. Διήρκεσε τέσσερα χρόνια και απ’ αυτόν γεννήθηκαν δύο κορίτσια. Το 1939, τρία χρόνια μετά την αποχώρηση μου από τον Κομμουνισμό, γνώρισα την τωρινή μου γυναίκα, την Όλγα. Ήταν μια τίμια δασκάλα και θερμή Καθολική, της οποίας την πίστη σεβόμουνα. Μαζί της έκανα εφτά παιδιά.
Αδικία Παντού
Όταν ξαναγύρισα στο σχολείο, το τοπικό πανεπιστήμιο είχε αλλάξει. Υπήρχαν πολλοί άριστοι καθηγητές, που μ’ έκαναν να μελετώ πολύ. Εξ άλλου τώρα ήθελα να επιτύχω στις σπουδές μου. Και πέτυχα.
Το 1942 αποφοίτησα με το πτυχίο της Νομικής. Αλλά τότε, κατάλαβα ότι άλλο πράγμα είναι το γραπτό δίκαιο, που είναι γενικά λογικό, και εντελώς άλλο πράγμα η εφαρμογή του. Οι άνθρωποι που ήταν σε υψηλές θέσεις, με χρήμα και επιρροή, χρησιμοποιώντας διακριτικές δωροδοκίες, μπορούσαν να αλλάξουν τις αποφάσεις της πλειοψηφίας των δικαστών. Αν κάποιος από τους «δυνατούς» βρισκόταν μπλεγμένος σε κάποια μεγάλη απάτη σε βάρος του δημοσίου, αυτό χαρακτηριζόταν σαν «λάθος» ή σαν μια κακώς υπολογισμένη οικονομική πράξη. Αλλά αν κάποιος άσημος άνθρωπος έκλεβε χρήματα για να φάει (πολύ περισσότερο αν έκανε ληστεία) πήγαινε κατ’ ευθείαν στη φυλακή. Σαν δικηγόρος οραματιζόμουνα τον εαυτό μου σαν βοηθό των φτωχών.
Το 1944 ξέσπασε στη Γκουαγιακίλ βίαιη πολιτική αναταραχή, η οποία σύντομα απλώθηκε σ’ όλη τη χώρα. Ξαφνικά βρέθηκα σε κίνδυνο. Παρά το διαχωρισμό μου από τις προηγούμενες αριστερές δραστηριότητες, ορισμένοι φοβούνταν ότι θα μπορούσα για μια φορά ακόμα να ανταγωνισθώ τις θέσεις τους επιρροής. Ισχυρίστηκαν ότι υπήρχε ανάμεσα τους κάποιος «εχθρός του λαού». Οι γείτονες με πληροφόρησαν για τη συνωμοσία και, θεωρώντας το αναγκαίο για την αυτοπροστασία μου, αποφάσισα να μπω ξανά στην πολιτική.
Σ’ αυτή την επανάσταση ένοιωσα φρίκη από τις ακρότητες, τους διωγμούς, τα βασανιστήρια και τα λυντσαρίσματα ακόμη και αθώων θυμάτων για το «καλό» του λαού. Καιροσκόποι ηγέτες ανέβηκαν τα σκαλιά της επιτυχίας στο όνομα του «λαού», για να πλουτίσουν σε βάρος του δημοσίου. Μήπως η εξέγερση του 1944 έφερε την κοινωνική δικαιοσύνη; Ασφαλώς όχι!
Για μια φορά ακόμη στο πολιτικό πεδίο, δοκίμασα τις έντονες αντιφάσεις της ζωής. Το 1946, ήμουν ο επίσημος κυβερνητικός αντιπρόσωπος στην εγκατάσταση του προέδρου του Μεξικού. Στον τεράστιο χώρο υποδοχής παρακολούθησα χιλιάδες διεθνείς επισκέπτες να κάνουν επίδειξη των κομψών στολιδιών τους. Σοβιετικούς στρατιωτικούς αξιωματούχους φορτωμένους με παράσημα· Βρετανούς στρατάρχες· Αμερικάνους στρατηγούς· διάσημα αστέρια του κινηματογράφου. Την ίδια εκείνη νύχτα, η θερμοκρασία στην Πόλη του Μεξικού έπεσε πολλούς βαθμούς κάτω από το μηδέν. Το επόμενο πρωί, η αστυνομία συγκέντρωσε δεκάδες πτώματα—πεινασμένα θύματα του εξοντωτικού καιρού. Αναγκασμένοι να κοιμούνται στο ύπαιθρο, πέθαναν από το κρύο. Αυτό που είδα την αξέχαστη εκείνη νύχτα μ’ έκανε να σιχαθώ αυτόν τον τρόπο ζωής.
Το 1950 και το 1951, με κυβέρνηση «δημοκρατικού» προέδρου, έμεινα ένα χρόνο στη φυλακή. Τότε ήμουν βουλευτής, αλλά μου είχαν στερήσει την ασυλία. Κρατήθηκα για έξι μέρες στην απομόνωση και μου αρνήθηκαν τα νόμιμα δικαιώματα μου και σχεδόν με λυντσάρανε. Γιατί; Ήμουν στην ομάδα των πολιτικών που αντιτάχθηκαν ενεργά στη δημοκρατία των εκατομμυριούχων γαιοκτημόνων στα κτήματα των οποίων ζούσαν οι Ινδιάνοι κάτω από την πιο απάνθρωπη φτώχεια.
Στη διάρκεια της φυλακίσεως μου άρχισα να σκέφτομαι ότι η κοινωνική δικαιοσύνη μπορούσε να έρθει μονάχα από τον Θεό. Τότε με επισκέφτηκε στη φυλακή ένας ιεραπόστολος των Μαρτύρων του Ιεχωβά, ο Άλμπερτ Χόφμαν, και μου άφησε το βιβλίο «Έστω ο Θεός Αληθής». Το περιστατικό αυτό δεν επρόκειτο να περάσει χωρίς σημασία γιατί ο Άλμπερτ και εγώ ξανασυναντηθήκαμε.
Αργότερα, το 1953, που είχα γίνει στενός συνεργάτης με τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, στάλθηκα σαν πρεσβευτής σε μια συνεδρίαση του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου των Ηνωμένων Εθνών. Σ’ εκείνη την περίπτωση παρατηρούσα καθώς ένας άλλος αντιπρόσωπος αντιδρούσε συστηματικά σε κάθε μέτρο που θα μπορούσε να ευνοήσει τις υπανάπτυκτες περιοχές της Λατινικής Αμερικής. Κοινωνική δικαιοσύνη σε διεθνή κλίμακα; Δεν υπάρχει ακόμη και στα Ηνωμένα Έθνη—που, όπως φαίνονταν, ήταν ενωμένα κάτω από τον καταπιεστικό ζυγό των υπερδυνάμεων.
Θυμάμαι που μια μέρα ο πρόεδρος του Εκουαντόρ μου είπε: «Δρ Κοέλο, υπήρξες αληθινός μαχητής. Χρειάζεσαι κάτι ακόμη για να συμπληρώσεις τη διάσημη καριέρα σου· να πάρεις κάποιο αξίωμα, κάτι το ανώτερο, να γίνεις διπλωμάτης για λίγα χρόνια.»
Απάντησα, «Είναι στ’ αλήθεια τιμή κ. Πρόεδρε, αλλά αυτό δεν ταιριάζει σ’ εμένα και γι’ αυτό το λόγο απορρίπτω την προσφορά. Την αρνούμαι ακριβώς γιατί είμαι μαχητής. Δεν είμαι φτιαγμένος για τη μαλθακή ζωή του διπλωμάτη. Προτιμώ να είμαι με τις μάζες και να συμμερίζομαι την τύχη τους. Ευχαριστώ πολύ.» Και αρνήθηκα.
Θυμήθηκα που είχα διαβάσει ένα εδάφιο στη Βίβλο, στο οποίο ο Ιησούς είχε αισθανθεί λύπη βλέποντας τα πλήθη, το λαό, σαν πρόβατα σκορπισμένα χωρίς ποιμένα. (Ματθ. 9:36) Οι ελάχιστοι προνομιούχοι εξακολουθούσαν να ευημερούν σε βάρος των στερημένων μαζών. Ζητούσα ακόμη τη λύση σ’ αυτή την αδικία.
Ψάχνοντας Περισσότερο
Το 1956 παραιτήθηκα από κάθε πολιτική δραστηριότητα. Γιατί; Δύο χρόνια νωρίτερα ήμουν το αντικείμενο μιας βίαιης επιθέσεως όλων των πολιτικών κομμάτων της χώρας. Η Διεύθυνση Κοινωνικής Ασφαλίσεως του Εκουαντόρ, της οποίας ήμουν πρόεδρος, είχε αποκτήσει κοντά 1.800.000 τετραγωνικά μέτρα γης για να χρησιμοποιηθούν για οικόπεδα και φτηνές κατοικίες, στην εξευτελιστική τιμή των 12 σούκρες (γύρω στα 40 σεντς Η.Π.) το τετραγωνικό μέτρο. Οι πολιτικοί μου εχθροί με κατηγόρησαν ότι είχα πάρει από τους πωλητές κρυφά, αλλά 14 εκατομμύρια σούκρες! Κατηγορήθηκα ψευδώς σαν μεγάλος παλιάνθρωπος.
Στο σημείο αυτό αποφάσισα να συνεχίσω τη μάχη με την έκδοση μιας εβδομαδιαίας εφημερίδας την οποία ονόμασα Αλήθεια. Με την εμφάνιση του πρώτου φύλλου, οι εχθροί μου σώπασαν και αυτό με ξάφνιασε. Πώς συνέβη αυτό; Άρχισα να λέω την αλήθεια χωρίς διφορούμενα και υπεκφυγές.
Όμως, το πιεστήριο που είχα αποκτήσει με πίστωση και το σπίτι μου, υποθηκευμένα και τα δύο μέσω της κοινωνικής ασφαλίσεως, τώρα έγιναν τα αντικείμενα νόμιμου περιορισμού. Οι εχθροί μου ήθελαν να με καταστρέψουν. Αλλ’ απέτυχαν. Πίστευα ότι η δικαιοσύνη θα μπορούσε να έρθει μόνον από ψηλά.
Έπεισα την οικογένεια μου να με συντροφεύει σε μια ωριαία ανάγνωση της Βίβλου κάθε βδομάδα. Συγκινιόμασταν από τα λόγια και τα έργα του Ιησού, αν και υπήρχαν πολλά πράγματα στη Βίβλο που ήθελα να εξηγήσω στα παιδιά μου, αλλά δεν μπορούσα. Κι όμως, καταλαβαίναμε καθαρά ότι η αληθινή δικαιοσύνη θα μπορούσε να έρθει μοναχά από τον Θεό.
Ένα πρωί τον Οκτώβριο του 1958, ένας άντρας με ευγενικό παρουσιαστικό χτύπησε την πόρτα μου. Ο Άλμπερτ Χόφμαν έψαχνε να με ξαναβρεί! Κατάλαβα πως ήταν αυτός που περίμενα χωρίς να το ξέρω. Αρχίσαμε τη μελέτη της Βίβλου με τη βοήθεια του βιβλίου «Αύτη Εστίν η Αιώνιος Ζωή».
Άρχισα ν’ ανακαλύπτω ότι η Βίβλος είναι ένας βαθύς ωκεανός με λόγια ζωής, ένα δώρο αγάπης από τον στοργικό Δημιουργό. Η καρδιά μου συγκινιόταν με εδάφια όπως εκείνο του Ιωάννη 3:16: «Διότι τόσον ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε έδωκε τον Υιόν αυτού τον μονογενή, δια να μη απολεσθή πας ο πιστεύων εις αυτόν, αλλά να έχει ζωήν αιώνιων.» Αιώνια ζωή! Και τέλεια ζωή, με πραγματική δικαιοσύνη για πάντα!
Κήρυκας Δικαιοσύνης
Μετά από ένα χρόνο Βιβλικής μελέτης με τον Άλμπερτ, αφιέρωσα τη ζωή μου στον Ιεχωβά Θεό το 1959. Από τότε χρησιμοποιώ τη Βίβλο, μαζί με την εμπειρία μου από τη ζωή, προσπαθώντας να βοηθώ τους άλλους να καταλάβουν ότι η αληθινή δικαιοσύνη έρχεται μόνον από τον Ιεχωβά Θεό.
Είχα το προνόμιο να μιλήσω για τη δικαιοσύνη του Ιεχωβά σε ανθρώπους κάθε κοινωνικής θέσεως, από τέως προέδρους της δημοκρατίας μέχρι τους ασημότερους εργάτες. Μερικοί μπόρεσαν να δουν με το φως της Βίβλου τι σημαίνει πραγματική δικαιοσύνη. Άλλοι δεν έδωσαν προσοχή.
Όμως, η μεγαλύτερη χαρά μου ήταν να βοηθήσω τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου και να τους δω να αφιερώνουν τη ζωή τους στον Ιεχωβά.
Επί τέλους μπορούσα ν’ αλλάξω τη στενή άποψη μου. Είχα μάθει ότι η αληθινή δικαιοσύνη μπορεί να έρθει μοναχά από τον Ιεχωβά Θεό. Μοναχά αυτός μπορεί να δει στην καρδιά των ανθρώπων και να διώξει την ιδιοτέλεια, που είναι υπεύθυνη για την κοινωνική αδικία. Έχει υποσχεθεί ένα τελείως νέο σύστημα γι’ αυτή τη γη υπό την κατεύθυνση μιας ουράνιας κυβερνήσεως που θα κυβερνάει με τέλεια αμεροληψία. Πόση ευτυχία μου έφερε που έμαθα ότι σύντομα στη νέα εκείνη τάξη κάθε άνθρωπος θα καλλιεργεί και θα θερίζει τον δικό του κήπο και θα κτίζει και θα ζει στο δικό του σπίτι. Όλοι θα υποκινούνται από τη γενναιοδωρία και όχι από την βρωμερή ιδιοτέλεια.—Παράβαλε με Ησαΐας 65:21, 23.
Εμπειρίες και Ευτυχία
Σαν Διδάκτωρ της Νομολογίας διορίστηκα στο εφετείο πριν από εφτά χρόνια. Προσπάθησα πάντοτε να βγάζω αποφάσεις βασισμένες στο νόμο και στη δικαιοσύνη. Σ’ όλη τη θητεία μου σαν δικαστής μπόρεσα να εκτιμήσω ακόμα περισσότερο το μεγάλο χάσμα που χωρίζει την ανθρώπινη δικαιοσύνη από την αληθινή δικαιοσύνη του Ιεχωβά. Το 1980 πήρα σύνταξη.
Παρότι ζούμε στην ατέλεια και δεν έχουμε ακόμη αληθινή κοινωνική δικαιοσύνη, έχω νοιώσει, ακόμη και τώρα, ότι ανάμεσα στους Μάρτυρες του Ιεχωβά εφαρμόζεται η κοινωνική δικαιοσύνη σε αξιοσημείωτο βαθμό. Είναι πολύ σπάνιο να βρεθεί σ’ αυτούς κάποιο σημάδι κοινωνικών, φυλετικών ή οικονομικών διακρίσεων.
Τον Αύγουστο του 1981 έγινα 71 ετών. Παρότι φροντίζω να είμαι πολύ απασχολημένος υπάρχουν στιγμές που είναι ευχάριστο να αφήνω ελεύθερες τις σκέψεις μου και να ονειρεύομαι τα πράγματα που έχει υποσχεθεί ο Ιεχωβά. Φαντάζομαι ότι βρίσκομαι ήδη στη Νέα Τάξη έχοντας ξανασμίξει με τους αναστημένους προπάτορές μου, και ότι μοιράζομαι με αγάπη τι αλήθειες της Βίβλου με τον παππού μου, όπως όταν με δίδασκε στα νιάτα μου. Ποθώ, επίσης τις ευκαιρίες που θα υπάρχουν τότε να μάθουμε για το μεγαλείο του Ιεχωβά και να τον αινούμε ενωμένοι σαν τον Θεό της αγάπης και της δικαιοσύνης για πάντα.
[Πρόταση που τονίζεται στη σελίδα 18]
‘Στη φυλακή άρχισα να σκέφτομαι ότι η κοινωνική δικαιοσύνη μπορούσε να έρθει μονάχα από τον Θεό’
[Πρόταση που τονίζεται στη σελίδα 19]
‘Έμαθα ότι ο Θεός έχει υποσχεθεί μια εντελώς νέα κυβέρνηση γι’ αυτή τη γη’
[Εικόνα στη σελίδα 17]
Στο διάστημα που ήμουνα πολιτικός αρχηγός αγωνίστηκα για την κοινωνική δικαιοσύνη