Βοήθεια για τα Ζώα τα Οποία Κακομεταχειρίζονται οι Άνθρωποι
Από μέλος του συγγραφικού προσωπικού
ΜΕΡΙΚΑ από τα ζώα ήταν προηγουμένως κατοικίδια. Άλλα τα κακομεταχειρίζονταν, άλλα ορφάνεψαν και άλλα υπέστησαν τραύματα. Άλλα πάλι κατασχέθηκαν από τοπικές, κρατικές ή ομοσπονδιακές αρχές. Δεν είναι όλα αυτά τα ζώα ιθαγενή των Ηνωμένων Πολιτειών· πολλά είναι εξωτικά. Μερικά είναι ξενυχιασμένα, ξεδοντιασμένα, ευνουχισμένα ή σακατεμένα από κακή θρέψη ή από τη σκληρότητα των πρώην κυρίων τους. Όλα τους βρήκαν βοήθεια στο Γουάιλντλάιφ Γουέηστέισον. Το καμάρι του είναι: «Το Γουάιλντλάιφ Γουέηστέισον ποτέ δεν έδιωξε κανένα ζώο που είχε ανάγκη».
Η επίσκεψή μου εκεί πέρυσι τον Αύγουστο μ’ έπεισε ότι αξίζει αυτόν τον έπαινο.
Ένας φωτογράφος κι εγώ, αφού ταξιδέψαμε με το αυτοκίνητο αρκετά μίλια ανεβαίνοντας το φαράγγι Λιτλ Τουγιούνγκα στα Βουνά Σαν Γκάμπριελ βόρεια του Λος Άντζελες φτάσαμε σ’ αυτόν τον περιφραγμένο χώρο με έκταση 640 στρέμματα (160 έηκερς). Μας καλοδέχτηκε μια ηλιοκαμένη και γεμάτη ζωή νεαρή γυναίκα η Μαρτίν Κολέτ, που είναι η ιδρύτρια και πρόεδρος αυτών των μη κερδοσκοπικών και απαλλαγμένων από φόρους εγκαταστάσεων. (Οι επισκέπτες γίνονται δεκτοί μόνο με ραντεβού.) Με φιλικότητα, επιτηδειότητα και ευφράδεια μας ξενάγησε στο Γουάιλντλάιφ Γουέηστέισον.
«Αυτός είναι ο Κάουμπόυ,» είπε η Μαρτίν, όταν σταματήσαμε στο πρώτο κλουβί. Ήταν ένα μεγάλο όμορφο λιοντάρι της Αμερικής.
«Αυτό το ζώο ήταν έξι μηνών όταν βρέθηκε σ’ ένα μαγαζί με κατοικίδια ζώα, κακοτρεφόμενο και με χαλασμένα δόντια—ευτυχώς, ήταν τα πρώτα του δόντια. Τώρα είναι σε τέλεια κατάσταση με καλή διάθεση».
«Αλλά γιατί το λέτε Κάουμπόυ;» τραύλισα.
Γέλασε. «Όταν ήταν μικρός τον άφηνα ελεύθερο με τα άλογα. Του άρεσε να τα κυνηγάει. Τα άλογα δεν έδιναν σημασία τότε—ούτε και τώρα θα έδιναν σημασία.
Η Θλιβερή Ιστορία της Σήνα
Χάσαμε το κέφι μας έπειτα όταν κοιτάξαμε ένα άλλο λιοντάρι της Αμερικής.
«Πρόκειται για μια θλιβερή ιστορία,» άρχισε η Μαρτίν. «Ο άνθρωπος είχε μια κομψή εμφάνιση—έπιπλα απομίμηση του Λουδοβίκου XVI, πολυέλαιοι, άσπρους μεταξωτούς καναπέδες, αντίκες. Φανταζόταν κι ένα άλλο ‘έπιπλο’—ένα κομψό ζώο μέσα σ’ όλη αυτή τη χλιδή. Αγόρασε ένα λιονταράκι της Αμερικής. Δεν ήξερε, όμως, τι σήμαινε το λιοντάρι της Αμερικής. Το λιονταράκι άρχισε να κάνει ότι θάκαναν κι όλα τ’ άλλα. Γι’ αυτό του έβγαλε τα νύχια. Μεγάλωνε, αλλά και πάλι δεν φερόταν σύμφωνα με τους κανόνες που του είχε βάλει. Τώρα έπρεπε να βγουν οι κυνόδοντές του. Και επειδή αυτό δεν ήταν αρκετό, του έβγαλε όλα τα δόντια. Αλλά και πάλι δεν ήταν ικανοποιημένος και γι’ αυτό βρίσκεται εδώ».
Η Μαρτίν έγειρε προς το κλουβί και είπε απαλά, «Χάι, Σήνα». Το μεγάλο ζώο την κοίταξε απελπισμένα, κι όταν το παρακίνησε άνοιξε πλατιά το στόμα του. Δεν υπήρχε κανένα δόντι. Εκεί κοντά βρισκόταν μια λεκάνη μ’ ένα χυλώδες μίγμα. «Φτιάχνουμε ιδιαίτερα την τροφή του», εξήγησε η Μαρτίν.
Καθώς φεύγαμε από τη Σήνα, η Μαρτίν μας είπε από μόνη της: «Λίγοι άνθρωποι μπορούν να φροντίσουν τα άγρια κατοικίδια ζώα. Οι περισσότεροι αποτυχαίνουν. Όχι από εσκεμμένη σκληρότητα, αλλά από άγνοια, ή έλλειψη φροντίδας, ή λόγω απουσίας σε ταξίδια.»
«Σε πολλούς ανθρώπους,» είπα, «αρέσουν αυτά τα θαυμάσια αιλουροειδή, λαχταρούν να τα έχουν σπίτι τους για να τα χαϊδεύουν. Καταλαβαίνω πώς αισθάνονται και τους συμμερίζομαι. Αλλά τα λιοντάρια δεν είναι μαλλιαρά σκυλάκια. Είναι φτιαγμένα για τη ζούγκλα και όχι για το σπίτι. Μερικοί, σαν αυτόν που κατέστρεψε τη Σήνα, θέλουν να ικανοποιούν τον εγωισμό τους.»
Επισκεφτήκαμε τους λύκους.
«Αυτό το ζευγάρι ήλθε από ένα ζωολογικό κήπο. Το άλλο ζευγάρι από μια μάντρα ζώων που ο ιδιοκτήτης της σκοτώθηκε. Αυτό το ζευγάρι το βρήκαμε αλυσοδεμένο στην αυλή κάποιου στα βόρεια! Καθώς η Μαρτίν μιλούσε, σταμάτησε για να χαιρετήσει τους λύκους έναν έναν ατομικά και να τη χαιρετήσουν κι εκείνοι.
«Οι λύκοι έχουν πολύ παρεξηγηθεί. Αυτοί που τους έχουν, κάνουν όλα τα άσχημα πράγματα, παραβιάζουν την κοινωνική συμπεριφορά των ζώων, μπαίνουν ανάμεσα σ’ αυτό και την τροφή του ή ανάμεσα σ’ αυτό και το ταίρι του. Αυτό αντιδράει και δαγκώνει». Μετά από λίγη σιωπή, συνεχίζει: «Τους λυπάμαι τους λύκους. Είναι γεμάτοι ζωντάνια, τρέχουν, πολλά χιλιόμετρα μάλιστα. Ο στενός χώρος του κλουβιού δεν κάνει γι’ αυτά. Ελπίζουμε να ετοιμάσουμε ένα χώρο 4 στρεμμάτων (1 εηκερ).»
Η Νάστυ Μάς Μισεί
Στο επόμενο κλουβί είδα μια Κινέζικη λεοπάρδαλη. «Είναι η πιο μεγάλη απ’ όλες», είπε η Μαρτίν. «Πρέπει να της φτιάξουμε τα δόντια». Και φώναξε, «Χάι Νάστυ! Χάι»! Η λεοπάρδαλη ανταποκρίθηκε, ανοίγοντας το στόμα της πλατιά και μουγκρίζοντας. «Το όνομά της είναι Ντύναστυ» εξήγησε, «αλλά για συντομία τη φωνάζουμε Νάστυ (που σημαίνει άγρια).
«Της ταιριάζει το παρατσούκλι;» ρώτησα.
«Βέβαια»!
«Μα αυτή μας ξαναμουγκρίζει.»
«Η Ντύναστυ δεν εμπιστεύεται καθόλου τους ανθρώπους. Ήταν σε ζωολογικό κήπο, μετά σ’ ένα πάρκο που κυνηγούσαν τα ζώα και μετά σε μας. Ελπίζουμε, όταν επιδιορθώσουμε τα δόντια να μπορέσουμε να τη βάλουμε σ’ ένα ζωολογικό κήπο». Όταν φεύγαμε, η Νάστυ μας χαιρέτησε μ’ ένα αποχαιρετιστήριο μούγκρισμα.
«Αυτός είναι ο Γιώργος ο Ιαγουάρος (Αμερικανική λεοπάρδαλη)», είπε η Μαρτίν. «Στο τσίρκο ποτέ δεν βλέπεις Ιαγουάρους εκτός αν είναι πολύ μικροί. Οι μεγάλοι δεν ξέρεις πώς θα φερθούν. Όχι», διόρθωσε η Μαρτίν, «μάλλον ξέρεις. Θα σε φάνε».
Στον Ιαγουάρο είπα: «Ό,τι κι αν είσαι, Γιώργο, είσαι ωραίος, ένας Καταπληκτικός Γιώργος!»
«Κοιτάξτε αυτό το πρόσωπο! Να αυτό!» Είπε η Μαρτίν, καθώς στεκόμαστε και παρατηρούσαμε μια μεγάλη Τίγρη της Σιβηρίας. Ήταν ένα καταπληκτικά όμορφο πρόσωπο.» «Αυτός ο γιατρός πάντα ήθελε μια τίγρη», εξήγησε. «Τη φανταζόταν από τότε που ήταν μικρό παιδί. Αυτή την αγόρασε όταν ήταν μικρή για 3.000 δολλάρια. Όταν έγινε τεσσάρων μηνών, ο καλός γιατρός περνούσε τον περισσότερο χρόνο του στο πάτωμα της κουζίνας. Όταν έπαιζαν, πάντα τον γύριζε τούμπες. Ευτυχώς που ο γιατρός ήταν λογικός άνθρωπος και όχι εγωιστής, και σκέφθηκε, ‘Αν στους τέσσερις μήνες με πετάει από δω κι από κει, τι θα γίνει όταν μεγαλώσει;’ Γι’ αυτό ο καλός γιατρός το έστειλε εδώ.»
«Ρήσα, Ρήσα» φώναξε απαλά την τίγρη, και τα μεγάλα κίτρινα μάτια μας κοίταξαν μέσα από το απίστευτα όμορφο πρόσωπό της. Η αφοσίωση της Μαρτίν στα ζώα της είναι ολοφάνερη. Πέρασε το χέρι της μέσα από το φράχτη. Η Ρήσα, με τη μεγάλη ροζ γλώσσα της, το έγλυψε.
«Πόσο είναι η Ρήσα;» ρώτησα.
«Είναι μωρό—μόνο τριών χρόνων».
«Και πόσο ζυγίζει;»
«Τώρα γύρω στα 250 κιλά (550 πάουντς), αργότερα θα φτάσει γύρω στα 340 κιλά (750 πάουντς).
Πιο πέρα θαύμασα ένα μεγάλο λιοντάρι με χαίτη. Ο φωτογράφος ετοιμαζόταν να τραβήξει φωτογραφία. Το λιοντάρι σηκώθηκε με μεγαλοπρέπεια και απομακρύνθηκε. «Δεν θέλουν να τον βγάλουν φωτογραφία. Ο βασιλιάς σού λέει ότι η συνέντευξη τελείωσε», είπε η Μαρτίν.
Θλιβερή Ιστορία, Ευτυχισμένο Τέλος
Μετά επισκεφθήκαμε μια όμορφη λιονταρίνα. «Εδώ πρόκειται για μια θλιβερή ιστορία με ευτυχισμένο τέλος,» είπε η Μαρτίν. «Όταν ήταν μικρή, την είχαν σ’ ένα μικρό κλουβί μαζί μ’ ένα μικρό αρσενικό. Από πείνα ή από αρρώστεια, το αρσενικό πέθανε, και αυτή, για να ικανοποιήσει την πείνα της τον έτρωγε. Όταν ο κάτοχός της το είδε αυτό, την τιμώρησε μ’ ένα σιδερένιο ραβδί. Εκείνη όρμησε, και αυτός της έσπασε όλα τα δόντια. Όταν ήρθε εδώ σε ηλικία έξι μηνών δεν είχε καθόλου τρίχωμα από τα αυτιά και κάτω, επειδή κανένας δεν είχε καθαρίσει το κλουβί της, και τα ούρα και τα περιττώματα της είχαν κάψει το τρίχωμά της. Μισούσε τους ανθρώπους με μανία. Αν την πλησίαζες, θα προσπαθούσε να σε σκοτώσει. Τώρα έχει ηρεμήσει και είναι καλά, με όλα τα νύχια και τα δόντια της—αυτά που της είχαν βγάλει ήταν τα πρώτα της δόντια.»
Τώρα βρισκόμαστε στο κέντρο του κτήματος.
«Πόσα ζώα έχετε εδώ;» ρώτησα.
«Καλά καλά δεν ξέρω. Δεν θέλω να τα μετρήσω. Αν το έκανα αυτό θα έβλεπα ότι δεν μπορούσα να τα θρέψω. Μέχρι τώρα είδατε τα μεγάλα ζώα, αλλά έχουμε και δεκάδες ρακούνς, μικρές αλεπούδες, μικρά κογιότ. Και ποιος ξέρει πόσα πουλιά.»
«Δεν σταματάτε πουθενά;»
«Όχι, δεν περιοριζόμαστε στα μεγάλα ζώα. Βέβαια η εργασία για τα μεγάλα ζώα φαίνεται και είναι θεαματική, αλλά η περισσότερη εργασία πηγαίνει στα μικρά ζώα.»
Η Απρόβλεπτη Συμπεριφορά των Αρκούδων
Το επόμενο ζώο όμως, ήταν μεγάλο—μια πελώρια καφέ αρκούδα Κόντιακ ακουμπισμένη στις ράγες του κλουβιού της.
«Αυτή είναι η Τσάου. Μια μέρα, ο εκπαιδευτής της τής έδινε ψάρι, και η Τσάου μαζί με το ψάρι πήρε και το πόδι του εκπαιδευτή. Όπως καταλαβαίνετε ο εκπαιδευτής έχασε το ενδιαφέρον του για την Τσάου κι έτσι μας ήρθε η Τσάου εδώ. Κατά τη γνώμη μου,» είπε η Μαρτίν, «απ’ όλα τα σαρκοφάγα, οι αρκούδες είναι οι πιο ασταθείς στη συμπεριφορά τους. Τα μάτια τους ποτέ δεν αλλάζουν έκφραση. Τα μεγάλα αιλουροειδή, οι λύκοι και άλλα ζώα σε προειδοποιούν. Τα μάτια τους αλλάζουν έκφραση, καθώς και το σώμα τους. Στις αρκούδες, τίποτα δεν αλλάζει, ούτε τα μάτια ούτε το σώμα—εκτός αν φυσικά ορμήσουν. Η αρκούδα έρχεται σιγά-σιγά για να πάρει το ψάρι, αλλά αντί γι’ αυτό σου επιτίθεται.»
«Ασχολείται κανένας από τους εργάτες σας με την Τσάου;»
«Κανένας απολύτως.»
«Φαίνεται υπάκουη.»
«Μπορεί ναι, μπορεί κι όχι. Ποιος μπορεί να πει; Θα μπορούσε να είναι μια καλή παίχτρια πόκερ. Έχουμε αρκούδες με τις οποίες συνεργαζόμαστε, τις μαύρες αρκούδες. Τις πάμε να κολυμπήσουν στην τεχνητή μας λιμνούλα, αν θέλουν να πάνε.»
«Αν θέλουν να πάνε;» ρώτησα.
«Αυτό μπορεί να φαίνεται αστείο, αλλά μερικά ζώα που είναι κλεισμένα σε κλουβιά, ποτέ δεν θέλουν να αφήσουν τα κλουβιά τους. Το κλουβί είναι το σπίτι τους και δεν θέλουν να το εγκαταλείψουν. Είναι το ‘γλυκό τους σπίτι.’
«Κι εδώ υπάρχουν αρκετές μαύρες αρκούδες. Βλέπετε αυτή την αρκούδα μ’ αυτό το διακριτικό σκουλαρίκι στ’ αυτί της; Είναι μια ομοσπονδιακή σφραγίδα. Ήταν μια κρατική αρκούδα σ’ ένα από τα πάρκα. Η μητέρα της, προφανώς, τρεφόταν από πράγματα που έπαιρνε από τ’ αυτοκίνητα. Όταν γεννήθηκε, η μητέρα της τής έδειξε πώς να παίρνει φαγώσιμα από τ’ αυτοκίνητα, πώς να χώνει τα νύχια της στις αυλακώσεις γύρω από την πόρτα ενός αυτοκινήτου και να την ανοίγει. Ή πώς να ανοίγει οποιοδήποτε άλλο μέρος του αυτοκινήτου. Την είχε διδάξει ότι μέσα σε κάθε αυτοκίνητο υπήρχαν φαγώσιμα. Μετά αυτή απέκτησε μωρά—βλέπετε αυτά τα δυο μικρά αρσενικά; Είναι δικά της—και τα δίδαξε ότι της είχε διδάξει και η μάνα της: να βρίσκει ένα αυτοκίνητο, να το ανοίγει και να παίρνει τα φαγώσιμα που ήταν μέσα. «Αλλά οι φύλακες στα πάρκα δυσανασχετούν γι’ αυτό. Παγιδεύουν τις αρκούδες και τις μεταφέρουν μακριά στα βουνά, ελπίζοντας ότι δεν θα ξαναγυρίσουν. Αλλά οι περισσότερες ξαναγυρίζουν και δεν τους είναι τίποτε τα 80 με 160 χιλιόμετρα (50-100 μίλια) που πρέπει να ταξιδέψουν για να γυρίσουν στα αυτοκίνητα και στα φαγώσιμα. Μετά τις εξοντώνουν, ή τους βρίσκουν άλλη κατοικία. Τις περισσότερες φορές τις σκοτώνουν. Αλλά η μητέρα αυτή, η Μελιφάγος, ήταν συμπαθητική. Οι φύλακες γνώριζαν τη μητέρα της, την είχαν δει όταν ήταν μικρή και καθώς μεγάλωνε. Ήταν ασυνήθιστη, γι’ αυτό και αυτή και τα μωρά της κατέληξαν εδώ. Το τάισμα της αρκούδας στο πάρκο,» κατέληξε η Μαρτίν, «μπορεί να φαίνεται σαν καλοσύνη, αλλά δεν είναι καθόλου καλό για τις αρκούδες.»
Οι Μιμητικές Μαϊμούδες
Ανεβήκαμε μια πλαγιά για να πάμε στα κλουβιά με τις μαϊμούδες που βρίσκονται κουρνιασμένες στο λόφο.
«Πραγματικά οι μαϊμούδες είναι μιμητικά ζώα. Οι μαϊμούδες πρέπει να παρατηρούν άλλες μαϊμούδες για να γίνουν μαϊμούδες. Πολλά απ’ αυτά που κάνουν, από το μάζεμα της τροφής ως τις συνήθειες του ύπνου, τη σεξουαλική συμπεριφορά και τις σχέσεις ανάμεσα στην ομάδα τα παρατηρούν και μαθαίνουν. Κοιτάξτε τριγύρω. Παντού υπάρχουν ζευγάρια από μαϊμούδες, αλλά δεν βλέπετε ούτε ένα μωρό. Καμιά μαϊμού δεν ξέρει το φυσικό τρόπο αναπαραγωγής, γιατί ποτέ δεν τον έχει δει.
Εδώ σταμάτησε η Μαρτίν για να δώσει οδηγίες σε μερικούς εργάτες.
«Πόσοι εργάζονται εδώ;» ρώτησα.
«Τώρα, δέκα. Προσφέρουν εθελοντικά το χρόνο και την εργασία τους και τους παρέχεται στέγη και τροφή.
«Εδώ,» συνέχισε, «είναι μια μαϊμού που δεν είχε καθόλου τρίχωμα όταν μας την έφεραν. Καθόταν σ’ ένα μικρό κλουβί, και η κυρία που την είχε περνούσε τον περισσότερο χρόνο της καθισμένη δίπλα της. Καθόταν κι έτρωγε κι έδινε και στη μαϊμού και έτρωγε και κείνη. Οκτώ χρόνια το έκαναν αυτό. Η κυρία ζύγιζε περίπου 160 κιλά (300 πάουντς), και η μαϊμού 24 κιλά (50 πάουντς). Η μαϊμού αισθανόταν τόσο βαρετά, ώστε όταν δεν έτρωγε, έβγαζε τις τρίχες απ’ όλο της το σώμα. Είναι μαζί μας τέσσερα χρόνια, και το περισσότερο τρίχωμά της έχει φυτρώσει.»
Κοιτάζοντας απέναντι στο δρόμο είδα να χτίζεται κάποια οικοδομή. «Τι θα γίνει αυτό;»
«Νοσοκομείο. Όταν τελειώσει θα μπορούν να γίνονται εδώ όλες οι κτηνιατρικές εργασίες.»
«Μήπως είστε κτηνίατρος;»
«Όχι, η μητέρα μου νόμιζε ότι αυτό το επάγγελμα δεν ήταν καλό για τις λεπτές νεαρές κυρίες. Έλπιζε ότι, όταν μεγάλωνα, θα γινόμουν κι εγώ μια τέτοια κυρία. Δυστυχώς οι ελπίδες της διαψεύστηκαν, αλλά εγώ ήμουν υπάκουο κορίτσι και έκανα ότι μου είπε η μητέρα μου. Και έλεγε ότι με κανένα τρόπο δεν θα γινόμουν κτηνίατρος. Έτσι έγινα αυτό που είμαι σήμερα.»
Εδώ τελείωσε η ξενάγησή μας, και η Μαρτίν μάς προσκάλεσε στο σπίτι της, που ζει μαζί με τον άνδρα της, το οποίο βρίσκεται μέσα σ’ αυτό το χώρο. Μας πρόσφερε αναψυκτικά—μια δροσερή απόλαυση εκείνο το ζεστό απόγευμα του Αυγούστου.
Μια Ανταλλαγή Απόψεων
«Σας άρεσαν από μικρή τα ζώα;» τη ρώτησα.
«Ναι από τότε που ήμουν πολύ μικρή. Ο πατέρας μου ήταν στο διπλωματικό σώμα και μετακομίζαμε συχνά. Επειδή έκανα ιδιαίτερα μαθήματα, δεν είχα συμμαθητές για να παίζω. Έτσι στράφηκα στα ζώα για συντροφιά.
«Σ’ αυτή την επιχείρηση εδώ, οι άνθρωποι παρατηρούν ορισμένα ζώα των οποίων η αποκατάσταση φαίνεται αδύνατη, ή μικρά ζώα που γι’ αυτούς είναι ασήμαντα, και ρωτάνε, ‘Γιατί τα κρατάτε αυτά; Ποτέ δεν θα τα δεχτούν σε ζωολογικό κήπο. Γιατί χαλάτε τα λεφτά σας. Σκοτώστε τα με ευθανασία. Αυτός ο φαλαγγιστής δεν είναι από τα είδη που κινδυνεύουν, γιατί να χαλάτε τα χρήματα σας;’ Από μια επιχειρηματική άποψη, έχουν δίκιο.
«Σήμερα πάρα πολλά πράγματα εξισώνονται με τα χρήματα. Ωστόσο, το Γουάιλντλάιφ Γουέηστέισον δεν φτιάχτηκε για κερδοσκοπικό σκοπό. Είναι μοναδικό. Είναι ένα ίδρυμα που λειτουργεί αποκλειστικά με εθελοντικές συνεισφορές και γι’ αυτό παρέχει δωρεάν τις υπηρεσίες του στα ζώα. Και με ποια κριτήρια θα αποφασίσουμε ποια ζώα θα δεχτούμε και ποια όχι; Παραδείγματος χάρη, η λεοπάρδαλη είναι πιο σπουδαία από το σπουργίτη;»
«Το επιχείρημα για την εξοικονόμηση χρημάτων φαίνεται λογικό,» είπα, «αλλά βγαίνει από το κεφάλι, όχι από την καρδιά. Ο Ιεχωβά Θεός, όμως προσέχει ακόμη και την πτώση του σπουργιτιού. Ο νόμος που έδωσε στον Ισραήλ προστάτευε τα πουλιά που είχαν αποκτήσει νεογνά. Απαιτούσε να δίνεται προσοχή στα βόδια και στα γαϊδούρια. Ο Νεβρώδ καταδικάστηκε, γιατί ήταν ο πρώτος που κυνηγούσε για σπορ. Το κυνήγι για τροφή επιτρεπόταν, αλλά το αίμα έπρεπε να χυθεί στο έδαφος από σεβασμό για τη ζωή. Και μια από τις Παροιμίες λέει, ‘Ο δίκαιος επιμελείται την ζωήν του κτήνους αυτού· τα δε σπλάγχνα των ασεβών είναι ανελεήμονα.’ (12:10) Γι’ αυτό συχνά ‘πρακτικοί’ άνθρωποι συγκεντρώνουν τη προσοχή τους στα υλικά παραμελώντας τα πνευματικά. Όταν σκληρύνεις το πνεύμα σου, χάνεις τον πλούτο της ζωής. Τα πνευματικά, σε τελευταία ανάλυση, είναι πιο πρακτικά από τα υλικά.»
Η Μαρτίν σκέφτηκε για λίγο και μετά παρατήρησε: «Όπως φαίνεται καταλάβατε τον κύριο λόγο για τον οποίο υπάρχει αυτός ο χώρος. Καταλάβατε τι προσπαθώ να κάνω.» Σταμάτησε για λίγο, και μετά συνέχισε: «Νομίζω πως επιβάλλεται να έχουν οι άνθρωποι επαφές με τα ζώα που είναι άγρια, και τους χώρους των άγριων ζώων. Νομίζω πως αυτό είναι καλό για το ανθρώπινο πνεύμα. Όταν εξαγριώνομαι που οι άνθρωποι σκοτώνουν άγρια ζώα για σπορ ή βραβεία, οι άλλοι μου λένε, ‘Τι με νοιάζει αν δεν υπάρχουν λιοντάρια; Ποτέ δεν είδα κανένα, και δεν μ’ ενδιαφέρει αν δεν έχει μείνει κανένα τέτοιο λιοντάρι!’ Όταν όμως χαθούν μια μέρα για πάντα και τα άγρια ζώα και οι χώροι τους, θα χάσουμε μια πολύτιμη κληρονομία.»
«Μαρτίν,» είπα, «γιατί οι άνθρωποι θέλουν να ταΐζουν τις αρκούδες αφού δεν τις ωφελεί; Γιατί θέλουν αυτά τα άγρια ζώα για κατοικίδια, όταν αυτό πάντα τους κάνει κακό; Οι άνθρωποι δεν θέλουν να τους κάνουν κακό, θέλουν να σχετιστούν μαζί τους. Οι ζωολογικοί κήποι παρέχουν κατάλληλη τροφή με την οποία οι επισκέπτες μπορούν να ταΐσουν τα ζώα, επειδή ξέρουν ότι αυτό αρέσει πολύ στους ανθρώπους. Γιατί; Διότι έτσι φτιαχτήκαμε.»
«Δεν ανήκω στη θρησκεία σας», απάντησε η Μαρτίν, «ούτε σε καμιά άλλη. Έχω δει πάρα πολλά αλληλοσυγκρουόμενα πράγματα σ’ όλο τον κόσμο, γι’ αυτό δεν μπορώ να δεχτώ τις γνωστές θρησκείες. Πιστεύω στη γη και στον ουρανό, και ότι Κάποιος εκεί πάνω διευθύνει τα πράγματα. Αυτό φαίνεται ακόμη και στην επιχείρησή μας εδώ. Χρειαζόμαστε κάτι που δεν το έχουμε, και δεν έχουμε λεφτά να το αποκτήσουμε. Στην κρίσιμη στιγμή κάποιος μας το φέρνει και μας ρωτάει, ‘Το χρειάζεστε αυτό;’ Και απαντώ, ‘Όσο χρειάζεται το ψάρι το νερό.’»
Το Τέλος της Όλης Κακομεταχειρίσεως
«Όπως ξέρεις, Μαρτίν, οι Μάρτυρες του Ιεχωβά είναι μια ομάδα που έχουν για οδηγό τους τη Βίβλο,» είπα. «Πιστεύουμε ότι ο Θεός μάς δημιούργησε μ’ αυτή την επιθυμία να σχετιζόμαστε με τα ζώα. Όταν έφτιαξε τον άνθρωπο του είπε, στη Γένεση 1:28: Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και γεμίσατε την γην και κυριεύσατε αυτήν, και εξουσιάζετε επί των ιχθύων της θαλάσσης και επί των πετεινών του ουρανού και επί παντός ζώου κινουμένου επί της γης.’ Ο άνθρωπος τώρα δυστυχώς αποτυχαίνει να ανταποκριθεί σ’ αυτή την ευθύνη. Αντίθετα, έχει μολύνει τη γη και έχει καταστρέψει πολλά είδη ζώων και πάει να εξαφανίσει πολύ περισσότερα. Ο Θεός θα το σταματήσει αυτό, όταν λέει την Αποκάλυψη 11:18: ‘Ο καιρός ήλθε για να διαφθείρης τους διαφθείροντας την γην’!»
Σ’ αυτό το σημείο τελείωσε η επίσκεψή μας στο Γουάιλντλάιφ Γουέηστέισον. Καθώς ο φωτογράφος και γω απομακρυνόμαστε, σκεφτόμαστε όλα όσα είδαμε και ακούσαμε.
Λυπηθήκαμε για τη μεγάλη κακομεταχείριση των ζώων από τον άνθρωπο. Μας εντυπωσίασε το πόσο σκληρά εργάζονταν οι άνθρωποι στο Γουάιλντλάιφ Γουέηστέισον για να τα βοηθήσουν. Όσο αξιέπαινο κι αν είναι, δεν είναι παρά μια σταγόνα στον ωκεανό. Πόσο χαρούμενα θα είναι τότε όταν ο Ιεχωβά θα εξαλείψει, σ’ όλη τη γη, την κακομεταχείριση των ζώων καθώς και των ανθρώπων που υποφέρουν κάτω απ’ αυτό το σύστημα! Πολλοί τότε θ’ απολαύσουν την παραδεισένια γη που ο Ιεχωβά σκόπευε να δώσει σ’ αυτούς από το ανθρώπινο γένος που το εκτιμούν, σ’ αυτούς που θα εκπληρώσουν την εντολή του να φροντίζουν τα φυτά, και τα ζώα και που αγαπούν τον πλησίον τους σαν τον εαυτό τους.—Ησαΐας 11:6-9· 45:18· Ψαλμός 37:11, 28, 29· Παροιμίαι 2:21, 22· Ματθαίος 22:34-40.
Χρειάζεται η κακομεταχειρισμένη γη μας, τα ζώα της και οι άνθρωποί της αυτόν τον υποσχεμένο παράδεισο; Για να δανειστούμε την ταιριαστή απάντηση της Μαρτίν: «Όσο το ψάρι το νερό!»
[Εικόνα στη σελίδα 20]
Η Μαρτίν και ο Φίλος της
[Εικόνες στη σελίδα 21]
Σήνα
Ντύναστυ
[Εικόνα στη σελίδα 22]
Ρήσα
[Εικόνα στη σελίδα 23]
Μελιφάγος
[Εικόνα στη σελίδα 24]
Οι Λυπημένες Μαϊμούδες