Ζευγάρια με Δυο Εισοδήματα—Μια Μεγάλη Ιστορία
Ο ΡΙΤΣΑΡΝΤ δεν αισθάνεται καθόλου αμηχανία που φοράει μια ποδιά. Μέσα στην κουζίνα, καθαρίζει το τραπέζι, σκουπίζει το πάτωμα, πλένει τα πιάτα—μια εικόνα που δείχνει ικανότητα στα οικιακά. «Είναι η σειρά μου να καθαρίσω», εξηγεί. «Η Κάρολ κοιμάται μια-δυο ώρες, γιατί αργότερα απόψε πρέπει να πάει στην εργασία της»,a
Ο Ρίτσαρντ και η Κάρολ ζουν μια ζωή που στα περισσότερα μέρη έχει γίνει μάλλον ο κανόνας παρά η εξαίρεση: Ο γάμος των δύο εισοδημάτων. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο αριθμός των γυναικών συζύγων που βρίσκονται στην εργατική δύναμη έχει ουσιαστικά τριπλασιαστεί από το 1950. Και, σύμφωνα με πρόσφατους υπολογισμούς, περισσότερο από τα τρία πέμπτα των παντρεμένων ζευγαριών στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν δυο εισοδήματα. Χώρες όπως η Γαλλία, η Αυστραλία, ο Καναδάς, το Βέλγιο, η Σουηδία, και η Ιαπωνία έχουν ακολουθήσει ένα παρόμοιο παράδειγμα.
Βέβαια, οι αναγνώστες σε πολλά από τα αναπτυγμένα, όπως τα λένε, έθνη, ίσως αναρωτηθούν γιατί όλη αυτή η αναταραχή. Επειδή εκεί, παραδοσιακά, οι γυναίκες συμβάλλουν πάρα πολύ στην απόκτηση του οικογενειακού εισοδήματος. (Βλέπε σελίδα 4.) Παρ’ όλ’ αυτά, η αύξηση των οικογενειών με τα δύο εισοδήματα είναι κάτι σαν ένα φαινόμενο στη Δύση. Πώς συμβαίνει αυτό;
«Οικονομικές Υποχρεώσεις»
Το γεγονός ότι οι άντρες πρέπει να είναι οι μόνοι που φέρνουν το ψωμί του σπιτιού δεν είναι μόνο ιδιόρρυθμα Δυτικό φαινόμενο, αλλά επίσης και τελείως σύγχρονο. Το βιβλίο Το Άτομο, ο Γάμος, και η Οικογένεια λέει ότι στο μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας «οι γυναίκες ήταν πάντοτε τελείως ίσες με τους άντρες στην παροχή των οικονομικών αναγκών της οικογένειας».
Η Βίβλος δείχνει με ποιο τρόπο συνέβαλαν από οικονομική άποψη οι γυναίκες στους αρχαίους χρόνους. Στο 31 κεφάλαιο των Παροιμιών περιγράφεται η ‘ικανή σύζυγος’. Αυτή όχι μόνο φρόντιζε για τα καθήκοντα του σπιτικού, αλλά επίσης κέρδιζε και εισόδημα. Η αγορά περιουσίας, η αγροκαλλιέργεια, και η χειροτεχνία, καθώς και η πώληση ρούχων, ήταν μερικές από τις δεξιότητες της γυναίκας που απέφεραν χρήματα στην οικογένεια. (Παροιμίαι 31:16, 24) Στα εδάφια Πράξεις 18:2 και 3 η Βίβλος μιλάει για ένα ζευγάρι, τον Ακύλα και την Πρίσκιλλα, οι οποίοι εργάζονταν μαζί στο ίδιο επάγγελμα. Ο σχολιαστής της Βίβλου Άνταμ Κλαρκ παρατηρεί: «Οι γυναίκες, ακόμη κι αυτές που ανήκαν σε ανώτερες κοινωνικές τάξεις, ανάμεσα στους Έλληνες, τους Ρωμαίους, και τους Ισραηλίτες, εργάζονταν με τα χέρια τους σε κάθε είδους επάγγελμα που ήταν αναγκαίο για τη συντήρηση της οικογένειας».
Επί αιώνες, οι άντρες και οι γυναίκες εργάζονταν σαν οικονομικοί συνεταίροι. Η δουλειά, ωστόσο, συγκεντρωνόταν γύρω από το σπίτι. Κατόπιν ήρθε η βιομηχανική επανάσταση, και οι άντρες επιδίωξαν τις εργασίες στα εργοστάσια των μεγάλων πόλεων. Η αλλαγή αυτή από την εμπορία και την αγροκαλλιέργεια στην ύπαιθρο, όμως, έβαλε τους ανθρώπους σε «εργασίες μακριά από το σπίτι—εργασίες οι απαιτήσεις των οποίων δεν περιλάμβαναν τη συμμετοχή των γυναικών συζύγων ή των απογόνων». Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Οι γυναίκες, όπως λένε μερικοί, έγιναν «παθητικό από οικονομική άποψη».—Σαϊεντίφικ Αμέρικαν.
Παρ’ όλα αυτά, η βιομηχανοποίηση έφερε ένα μέτρο ευημερίας. Και καθώς τα Δυτικά Έθνη έβγαιναν έξω από την ύφεση και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο στόχος που επιδίωκαν διακαώς πολλές οικογένειες ήταν ένα μεσαίας τάξης (ή ακόμη και υψηλότερο) επίπεδο ζωής. Και για λίγο χρονικό διάστημα οι υψηλοί μισθοί, οι χαμηλές τιμές, και η εύκολη πίστωση επέτρεψαν σε αρκετούς άντρες να παρέχουν στην οικογένεια τους σπίτια, αυτοκίνητα—ακόμη και μερικά είδη από την εκπληκτική εκείνη σειρά των νέων προϊόντων και μικροσυσκευών που τους περιτριγύριζαν τώρα.
Ωστόσο το όνειρο της μεσαίας τάξης αποδείχτηκε για πολλούς ότι ήταν μια ύπουλη παγίδα, καθώς ο πληθωρισμός άρχιζε το θανατηφόρο στροβίλισμα του. Από την αρχή ακόμη της δεκαετίας του 1960, όπως αναφέρει ο συγγραφέας Μάρβιν Χάρρις, «οι γονείς το έβρισκαν ολοένα και πιο δύσκολο να κατορθώσουν να φτάσουν ή να κρατηθούν στην κατάσταση της μεσαίας τάξης». Για παράδειγμα: Το 1965 η μέση τιμή πώλησης ενός καινούργιου σπιτιού μιας οικογένειας στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν 20.000 δολάρια. Στο δεύτερο τρίμηνο του 1984, η τιμή είχε εξακοντιστεί περίπου στα 100.000 δολάρια! Το κόστος τροφής και ρουχισμού παρόμοια ξέφυγε από τον έλεγχο. Έτσι οι γυναίκες σύζυγοι άρχισαν να ξεχύνονται στην αγορά εργασίας σε αριθμούς ρεκόρ.
‘Χρειαζόμαστε Περισσότερα Χρήματα’
Ο Ρίτσαρντ και η Κάρολ (που αναφέραμε στην αρχή) έχουν στην κατοχή τους ένα άνετο, ωστόσο, με τα πρότυπα των ΗΠΑ. μέτριο σπίτι. Αλλά όπως και πολλά άλλα ζευγάρια βρέθηκαν παγιδευμένοι στην αρπάγη του πληθωρισμού. Όπως λέει η Κάρολ: «Χρειαζόμαστε περισσότερα χρήματα, προκειμένου να πληρώσουμε τους λογαριασμούς μας. Κατάλαβα ότι ο Ρίτσαρντ δεν μπορούσε να φέρει περισσότερα χρήματα απ’ όσα ήδη έφερνε. Έτσι πραγματικά δεν είχα καμιά άλλη εκλογή από το να απασχοληθώ σε εργασία πλήρους οκταώρου». Όχι, η φιλοσοφία του απελευθερωτικού κινήματος των γυναικών δεν ήταν η κύρια καθοδηγητική δύναμη που έστειλε τις γυναίκες στην αγορά εργασίας. Όταν ρωτήσετε γιατί εργάζονται και οι δύο σύζυγοι, τα περισσότερα, ζευγάρια θα απαντήσουν: ‘Επειδή χρειαζόμαστε χρήματα!’ (Βλέπε σελίδα 5.)
Μερικές γυναίκες απεχθάνονται το γεγονός ότι ξεριζώνονται από το σπίτι τους. «Η εργασία έξω από το σπίτι με σκοτώνει σιγά-σιγά», θρήνησε μια γυναίκα. Ωστόσο υπάρχουν πολλές που δέχονται ευχάριστα την εργασία που έχουν αναλάβει. «Αγαπώ την εργασία», λέει μια άλλη γυναίκα, η οποία διαχειρίζεται μια έκθεση επίπλων. «Δεν είμαι πια απλά και μόνο μια νοικοκυρά». Ο ρυθμός των διαζυγίων που έχουν ανέβει στα ύψη και το φάσμα της χηρείας έχουν επίσης κάποιο μερίδιο στο δελέασμα των γυναικών προς τις εργασίες. «Θα αισθανόμουν πολύ φοβισμένη αν δεν εργαζόμουν», λέει μια γυναίκα. «Έχασα τον πρώτο μου άντρα, όταν ήμουν 22 ετών . . . τώρα σκέπτομαι συνεχώς ότι αν ο Στέφεν πέθαινε ή ξελογιαζόταν και έφευγε με κάποια νεαρή θα βρισκόμουν σε τρομερά δυσχερή θέση αν δεν θα είχα μια δουλειά δική μου».
Ωστόσο, για τα περισσότερα ζευγάρια, εκείνο που τους έχει κάνει να γίνουν οικογένεια των δύο εισοδημάτων είναι η επιθυμία τους να παραμείνουν χωρίς χρέη. Ποιες είναι, λοιπόν, μερικές από τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν, και πώς μπορούν να τις αντιμετωπίσουν πετυχημένα;
[Υποσημειώσεις]
a Με τη λέξη «εργασία» εννοούμε την αμειβόμενη απασχόληση έξω από το σπίτι.
[Πλαίσιο στη σελίδα 4]
Εργαζόμενες Γυναίκες στις Αναπτυσσόμενες Χώρες
«Οι γυναίκες στη Νοτιοανατολική Ασία βγάζουν ζάχαρη από τα φοινικόδεντρα. Οι γυναίκες στη Δυτική Αφρική φτιάχνουν μπύρα. Οι γυναίκες σε μέρη του Μεξικού και αλλού κάνουν αγγειοπλαστική. Οι γυναίκες στις περισσότερες χώρες υφαίνουν υφάσματα και φτιάχνουν ρούχα. Οι γυναίκες στους περισσότερους πολιτισμούς πουλούν τα τρόφιμα που τους πλεονάζουν στις τοπικές αγορές. Τα κέρδη από τις δραστηριότητες αυτές γενικά ανήκουν στις ίδιες τις γυναίκες».—Ιρένε Τίνκερ στο βιβλίο Γυναίκες και Παγκόσμια Ανάπτυξη.
Πάρτε, για παράδειγμα, το λαό Ακάν της Νότιας και Κεντρικής Γκάνα. Όπως γράφει ο Ραέ Αντρέ: «Οι γυναίκες φυτεύουν, οι άντρες θερίζουν οι γυναίκες εμπορεύονται στην αγορά, οι άντρες εμπορεύονται στις μακρύτερες αποστάσεις. Παραδοσιακά, οι σύζυγοι άντρες και γυναίκες έχουν χωριστές αποταμιεύσεις και επενδύσεις και δικαιούνται να κρατούν οι ίδιοι οποιαδήποτε κέρδη έχουν από την ατομική τους εργασία ή το εμπόριο».
Ο παλαιός τρόπος ζωής, ωστόσο, αλλάζει σύντομα, καθώς τα έθνη εμπλέκονται στην εκβιομηχάνιση. Ο λόγος; Οι βιομηχανίες εισάγουν όχι μόνο τη Δυτική τεχνολογία, αλλά επίσης και τον δυτικό πολιτισμό. Τυπικά, αυτοί που φέρνουν την ανάπτυξη θα διδάξουν στους άντρες τις νέες τεχνικές αγροκαλλιέργειας—ακόμη κι αν η αγροκαλλιέργεια είναι το βασίλειο των γυναικών. Οι εργασίες στα εργοστάσια παρόμοια δίνονται αποκλειστικά και μόνο στους άντρες. Ποιο ήταν το αποτέλεσμα όλων αυτών των πραγμάτων;
Εξετάστε την Ινδονησία. Εκεί η εργασία της αποφλοίωσης του ρυζιού παραδοσιακά γινόταν από τις γυναίκες. Ωστόσο, στην αρχή της δεκαετίας του 1970, εισάχθηκαν μικρές αποφλοιωτικές μηχανές του ρυζιού Ιαπωνικής κατασκευής, οι οποίες αποστέρησαν τις γυναίκες από τα προς το ζειν τους.
Στην κωμόπολη Σαν Πέντρο της Γουατεμάλας οι γυναίκες σύζυγοι εργάζονταν σαν υφάντριες, ενώ οι άντρες σύζυγοι ασχολούνταν με την αγροκαλλιέργεια και το εμπόριο. Οι γυναίκες εκεί είχαν αυτό που ο Δρ Τ. Μπάχραχ Έλερς αποκαλεί «βίαιη περηφάνια» εξαιτίας του γεγονότος ότι ήταν οικονομικά παραγωγικές. Ξαφνικά εισάχθηκαν νέες υφαντικές μηχανές. Αλλά μόνο στους άντρες δίνονταν οι πιστώσεις που απαιτούνταν για να τις αγοράσουν. Οι γυναίκες, συνεπώς, έχασαν τον έλεγχο της υφαντικής βιομηχανίας και τώρα εργάζονται αμειβόμενες με τους μικρούς μισθούς που πληρώνουν τα αφεντικά των εργοστασίων.
Στην Κένυα μερικές γυναίκες αφήνονται πίσω «στο χωράφι της οικογένειας για να προσπαθούν να βγάλουν τα προς το ζειν για τις ίδιες και για τα παιδιά τους», καθώς οι σύζυγοι τους επιδιώκουν τη μισθοσυντήρητη απασχόληση στις πόλεις. Όταν τελικά ξαναενώνονται με τους συζύγους τους για να ζήσουν στα διαμερίσματα των πολυκατοικιών, δεν βρίσκουν, σύμφωνα με έναν αξιωματούχο της Κένυας, «τίποτα περισσότερο από έναν τόπο όπου οι άνθρωποι διαπράττουν αυτοκτονία». Γιατί; «Οι πολίτες της Κένυας», εξηγεί, «ευχαριστιούνται να μένουν πάνω στο έδαφος· τους αρέσει να έχουν ένα κομμάτι έδαφος που να το αποκαλούν δικό τους».
Στην Ινδία οι γυναίκες, από παράδοση, είχαν «χαμηλή τελετουργική θέση». Έτσι οι καλύτερα αμειβόμενες εργασίες συχνά θεωρούνταν σαν ακατάλληλες για τις γυναίκες. (Ακόμη και η Γκάντι, η οποία μιλούσε για την ισότητα των γυναικών, είπε κάποτε ότι «η ισότητα των φύλων δεν σημαίνει και ισότητα των επαγγελμάτων».) Παρ’ όλα αυτά, όπως παρατηρεί το βιβλίο Οι Γυναίκες στη Σύγχρονη Ινδία, οι εργαζόμενες γυναίκες της μεσαίας τάξης έχουν τώρα «την ευκαιρία να αναπτύξουν κάποια επιθυμία για τα υλικά αγαθά». Τα πολιτιστικά και τα θρησκευτικά ταμπού μπορούν συνεπώς να υποχωρήσουν σε ένα άλλο χαρακτηριστικό της Δυτικοποίησης—τον υλισμό.
Η ειρωνεία είναι ότι οι γυναίκες στον Τρίτο Κόσμο ανακαλύπτουν ότι εργάζονται σκληρότερα απ’ όσο ποτέ, αλλά χωρίς την οικονομική ανεξαρτησία—ή ασφάλεια—που απολάμβαναν κάποτε.
[Πλαίσιο στη σελίδα 5]
Γιατί Εργάζονται και οι Δύο
Ηνωμένες Πολιτείες: Σε μία έρευνα 41.000 γυναικών, το 82 τοις εκατό των γυναικών που εργάζονταν είπαν ότι εργάζονταν επειδή χρειάζονταν χρήματα για να καλύπτουν τα τρέχοντα έξοδα τους.
Γαλλία: Εκεί, «περισσότερες γυναίκες εργάζονται έξω από το σπίτι απ’ όσο σ’ οποιαδήποτε άλλη Δυτικοευρωπαϊκή χώρα». Κάπου το 84 τοις εκατό εργάζονται έξω από το σπίτι «αποκλειστικά και μόνο εξαιτίας οικονομικής ανάγκης».
Καναδάς: Μια μελέτη που έγινε από το Πανεπιστήμιο του Τορόντο αποκάλυψε ότι «οι σύζυγοι των γυναικών που εργάζονται πλήρες ωράριο τυπικά κερδίζουν λιγότερο από όσο οι άλλοι άντρες. Το μέσο εισόδημα ανάμεσα στους άντρες οικογενειών όπου οι γυναίκες εργάζονται πλήρες ωράριο ήταν 18.240 δολάρια, σε σύγκριση με τα . . . 22.273 δολάρια όπου οι σύζυγοι είναι οι μόνοι που κερδίζουν το ψωμί της οικογένειας».
Ινδία: Η κοινωνιολόγος Ζαρίνα Μπάττυ λέει: «Οι γυναίκες εργάζονται επειδή είναι υποχρεωμένες, και όχι επειδή βρίσκουν μέσα στην εργασία τα μέσα για μεγαλύτερη ελευθερία, οικονομική ανεξαρτησία ή αυτοέκφραση».
[Εικόνα στη σελίδα 5]
Η βιομηχανική επανάσταση πήρε τους άντρες μακριά από τα αγροκτήματα και τους έδωσε εργασίες στα εργοστάσια. Μερικοί πίστεψαν ότι οι γυναίκες κατάντησαν «παθητικό από οικονομική άποψη»