Ήμουν Όμηρος
«Παρακάλεσε τον Θεό σου να τελειώσουν όλα καλά!» Αυτά τα λόγια ειπώθηκαν από έναν ξένο, ο οποίος πριν από λίγες μόνο ώρες με είχε αρπάξει—εμένα, μια αβοήθητη γυναίκα—από το λαιμό και με απειλούσε με μια χειροβομβίδα. Απ’ έξω, ελεύθεροι σκοπευτές της αστυνομίας είχαν στραμμένα τα όπλα τους προς τα εκεί που ήμουν ακινητοποιημένη. Ήμουν όμηρος σε μια τράπεζα στην Πόλη της Γουατεμάλας!
Ο άντρας φώναξε δυνατά: «Μην κουνηθεί κανείς! Γίνεται ληστεία! Θέλω όλα τα λεφτά!» Ο ίδιος φώναξε δυνατά στους αστυνομικούς: «Μην πυροβολήσετε. Αυτό που κρατάω στο χέρι μου δεν είναι παιχνίδι. Αν πυροβολήσετε, δεν θα είμαι εγώ ο μόνος νεκρός. Όλοι μας θα τιναχτούμε στον αέρα!»
ΠΡΟΣΕΥΧΗΘΗΚΑ στον Ιεχωβά Θεό και του ζήτησα να με βοηθήσει, επειδή ένιωθα ότι έχανα την ψυχραιμία μου. Τον παρακάλεσα να με βοηθήσει να παραμείνω ήρεμη και να υπομείνω τη δοκιμασία. Θυμήθηκα ότι αυτός είναι πύργος οχυρός στον οποίο ο δίκαιος καταφεύγει για να βρει ασφάλεια.—Παροιμίαι 18:10.
Μόλις βρήκα την ψυχραιμία μου, πρόσεξα ότι οι υπάλληλοι της τράπεζας, όπως επίσης και οι πελάτες, είχαν κατορθώσει να βγουν έξω. Μόνο οι φρουροί ασφαλείας, ο ληστής κι εγώ είχαμε απομείνει. Κατόπιν, επιτράπηκε στους φρουρούς ασφαλείας να φύγουν.
Ύστερα από λίγη ώρα, επιτράπηκε να μπουν μέσα τέσσερις άοπλοι άντρες ανάμεσα στους οποίους ήταν ένας ψυχολόγος (όπως έμαθα αργότερα) και ένας δημοσιογράφος. Και οι δυο έκαναν διάφορες ερωτήσεις στον άντρα, όπως γιατί ενεργούσε μ’ αυτόν τον τρόπο. Εκείνος απάντησε ότι το έκανε από εκδίκηση, επειδή σε μερικά ιδρύματα του είχαν συμπεριφερθεί άσχημα.
Κάνω Γνωστή την Ταυτότητά μου
Εκείνη τη στιγμή είχα γαλήνια όψη, γι’ αυτό ο ψυχολόγος άρχισε να κάνει ερωτήσεις σ’ εμένα. Ρώτησε πώς λένε τους γονείς μου και τα αδέλφια μου. Έκανα γνωστή την ταυτότητά μου ως Μάρτυρα του Ιεχωβά και ως το μεγαλύτερο από πέντε παιδιά, στα οποία Χριστιανοί γονείς είχαν ενσταλάξει τις αρχές της Αγίας Γραφής.
Καθώς η νύχτα κυλούσε, οι τέσσερις άντρες έφυγαν ο ένας μετά τον άλλον. Ζήτησα απ’ αυτόν που με κρατούσε όμηρο να μου επιτρέψει να φύγω κι εγώ. Η απάντησή του ήταν αρνητική. Πρόσθεσε: «Μην ανησυχείς. Όλα θα πάνε καλά. Θα μου δώσουν ό,τι θέλω και ύστερα θα πας σπίτι σου». Εγώ απάντησα: «Δεν θα σου δώσουν τίποτα. Θα μας σκοτώσουν. Σε παρακαλώ, ας βγούμε έξω». Αλλά αυτός είπε: «Προτιμάω να πεθάνω, κι αν χρειαστεί θα πεθάνουμε και οι δυο».
Επειδή θυμήθηκα τι είχε πει νωρίτερα, προσπάθησα να τον λογικέψω: «Ήμουν εγώ μπροστά όταν σε έβλαψαν;» «Όχι», απάντησε. «Τότε γιατί πρέπει να πληρώσω για κάτι που δεν έκανα;» ρώτησα. Αυτός απάντησε: «Είναι η μοίρα. Αν πρέπει να πεθάνουμε εδώ, θα πεθάνουμε». Αλλά εγώ αποκρίθηκα: «Δεν είναι η μοίρα. Εσένα σου έχει μπει η ιδέα ότι πρέπει να πεθάνεις. Ο Ιεχωβά είναι Θεός αγάπης· μας συγχωρεί. Μας δίνει την ευκαιρία να σωθούμε, επειδή ο σκοπός του δεν έχει αλλάξει. Θα ξανακάνει αυτή τη γη παράδεισο».
Εκείνη τη στιγμή κάποιος μπήκε στην τράπεζα και παρακίνησε το ληστή να παραδοθεί, λέγοντας: «Ας κάνουμε μια συμφωνία. Άφησε τη Σιομάρα να φύγει. Πάρε τα λεφτά από το γκισέ και το χρηματοκιβώτιο και ας φύγουμε μαζί για να μη σε πειράξουν». Αλλά αυτός που με κρατούσε όμηρο αρνήθηκε.
Όχι Συνεργός
Πέρασαν ώρες. Ξαφνικά, άκουσα κάποιον να μιλάει από έναν τηλεβόα και να λέει: «Παραδοθείτε! Δεν θα τα καταφέρετε. Βγείτε έξω με τα χέρια ψηλά. Πες στο ληστή να παραδοθεί. Δεν είσαι όμηρος. Είσαι συνεργός! Μην προσποιείσαι άλλο!» Τρομαγμένη φώναξα: «Τι σου δίνει το δικαίωμα να με κατηγορείς;» Η φωνή αποκρίθηκε: «Σε παρατηρούμε πόσο ήρεμη είσαι. Κανείς άλλος στη θέση σου δεν θα ήταν έτσι».
Μόλις το άκουσα αυτό, είπα δυνατά το όνομα του Ιεχωβά και προσευχήθηκα. Ύστερα είπα σ’ αυτόν που με κατηγορούσε από τον τηλεβόα: «Θα το ’χεις βάρος στη συνείδησή σου για όλη σου τη ζωή, επειδή με κατηγορείς για κάτι που δεν μπορείς να αποδείξεις». Αργότερα έμαθα ότι μια εφημερίδα της Γουατεμάλας και ένας τηλεοπτικός σταθμός είχαν επίσης αναφέρει ότι προφανώς ήμουν συνεργός.
Εκείνη τη στιγμή μπήκε στη μέση αυτός που με κρατούσε όμηρο: «Αφήστε την ήσυχη! Δεν έχει καμιά σχέση μ’ εμένα! Τη βρήκα εδώ, και αυτή απλώς υπακούει στις διαταγές μου».
Μου ήρθε στο νου ότι ο Ιεχωβά δεν μας έχει δώσει πνεύμα δειλίας, αλλά δύναμης και σωφρονισμού. (2 Τιμόθεον 1:7) Αυτό με γέμισε θάρρος, όπως επίσης και το ότι ήξερα πως δεν ήμουν μόνη. Βαθιά μέσα μου αισθάνθηκα ανακουφισμένη και σκέφτηκα: ‘Αν ζούμε, ξέρουμε ότι ζούμε για τον Ιεχωβά, και αν πεθαίνουμε, πάλι για εκείνον πεθαίνουμε’.—Ρωμαίους 14:8.
Μετά τα μεσάνυχτα, ξαναρώτησα αυτόν που με κρατούσε όμηρο αν άλλαξε γνώμη. Όταν απάντησε πως δεν άλλαξε, του μίλησα για την οικογένειά μου. Του είπα ότι τους αγαπούσα και ότι δεν ήθελα να τους αφήσω, αν και ήξερα ότι, αν ήταν θέλημα του Ιεχωβά, θα τους ξανάβλεπα στο νέο κόσμο. Τότε, ο ληστής μού είπε να προσευχηθώ στον Θεό και να Τον παρακαλέσω να τελειώσουν όλα καλά.
Έξω από την τράπεζα φαινόταν ότι κάποιοι αστυνομικοί προσπαθούσαν να μου πουν κάτι. Αργότερα ανακάλυψα ότι προσπαθούσαν να με κάνουν να πλησιάσω στην πόρτα έτσι ώστε να με βοηθήσουν να βγω έξω. Και τους άκουσα να λένε στο ληστή: «Πάρε τα λεφτά που είναι εκεί και άφησέ την να βγει έξω. Ξέρουμε ότι η Σιομάρα δεν έχει καμιά σχέση μ’ αυτή την υπόθεση».
Δεν ήξερα ότι οι γονείς μου ήταν έξω μαζί με μερικούς από τους Χριστιανούς συντρόφους μου. Είχαν βοηθήσει στο να ξεκαθαριστεί ότι δεν είχα καμιά σχέση με το ληστή.
Έπειτα, αυτός που με κρατούσε όμηρο πρόβαλε μια καινούρια απαίτηση: «Θέλω ένα περιπολικό με ασύρματο, που θα το οδηγεί κάποιος άοπλος, για να με πάει όπου θέλω, και όταν θα ’μαστε σε ασφαλές μέρος θα την αφήσω να φύγει. Αν επιχειρήσετε να με πυροβολήσετε, κι αυτή κι εγώ θα τιναχτούμε στον αέρα». Αλλά εγώ επέμενα: «Αυτό βγάλ’ το απ’ το μυαλό σου. Το μόνο που σκέφτεσαι είναι ο θάνατος. Αλλά τα σώματά μας ανήκουν στον Ιεχωβά».
Επιτέλους Ελεύθερη
Γύρω στις τέσσερις το πρωί άρχισα να μην αισθάνομαι καλά. Είχαν περάσει πάνω από 16 ώρες από τότε που μπήκα στην τράπεζα. Δεν είχα κοιμηθεί ούτε είχα φάει τίποτα, και ο ήχος της φωνής που ακουγόταν από τον τηλεβόα μάς έκανε και τους δυο νευρικούς.
Το χάραμα, μου μίλησε μια γυναίκα, η οποία αποδείχτηκε ότι ήταν γιατρός. Είπε ότι κάθε στιγμή που περνούσε θα χειροτέρευα. Αυτός που με κρατούσε όμηρο μου είπε: «Σε παρακαλώ, κράτα λίγο ακόμα». Ύστερα, δέχτηκε να έρθει κάποιος μέσα για να με φροντίσει. Αλλά οι υπεύθυνοι έξω φοβούνταν και δεν δέχονταν να έρθουν μέσα.
Γύρω στις οχτώ παρά τέταρτο ένιωσα ένα σύγκρυο σε όλο μου το σώμα. Ύστερα, ζαλίστηκα και έπεσα στο πάτωμα αναίσθητη. Όταν συνήλθα, βρισκόμουν έξω από την τράπεζα! Ένας αξιωματικός της αστυνομίας με βοήθησε να σηκωθώ και με τη βοήθεια άλλων δυο έτρεξα στο περιπολικό και με μετέφεραν στο νοσοκομείο. Καθώς έβγαινα από το αυτοκίνητο ξαναλιποθύμησα, και δεν επανέκτησα τις αισθήσεις μου παρά μόνο όταν έλαβα ιατρική φροντίδα. Ύστερα μου είπαν: «Είσαι ασφαλής τώρα. Όλα τέλειωσαν καλά. Ξεκουράσου». Η σκέψη μου πήγε στον Ιεχωβά Θεό. Τον ευχαρίστησα επειδή με βοήθησε να υπομείνω αυτή τη δοκιμασία.
Αργότερα, οι γονείς μου μού είπαν πώς βρέθηκα έξω από την τράπεζα. Ο ληστής με είχε βγάλει έξω και προσπαθούσε να με συνεφέρει. Αλλά για μια στιγμή με άφησε και έκανε μεταβολή για να κοιτάξει προς την τράπεζα. Τότε ακριβώς οι αστυνομικοί τον ακινητοποίησαν και με έσωσαν. Η αστυνομία δεν γνώριζε τι έκανε αυτόν που με κρατούσε όμηρο να με αφήσει και να κοιτάξει προς την τράπεζα, ενώ ήξερε ότι δεν ήταν κανείς εκεί.
Ύστερα από τέσσερις μέρες βγήκα από το νοσοκομείο και γύρισα σπίτι. Συγκινήθηκα βαθιά από την αγάπη που μου έδειξαν οι Χριστιανοί αδελφοί και αδελφές μου. Περίπου 60 απ’ αυτούς συγκεντρώθηκαν στο σπίτι μου. Τι χαρά ένιωθα που ήξερα ότι εγώ και η οικογένειά μου δεν ήμασταν μόνοι! Συλλογιζόμουν το στόχο της ζωής μου, που είναι το να υπηρετώ τον Θεό, και το πόσο αληθινά είναι τα λόγια: ‘Εξεζήτησα τον Ιεχωβά, και επήκουσέ μου, και εκ πάντων των φόβων μου με ηλευθέρωσεν’. (Ψαλμός 34:4)—Όπως το αφηγήθηκε η Σιομάρα Βελάσκουεθ Λοπέθ.
[Εικόνα στη σελίδα 18]
Σιομάρα Βελάσκουεθ Λοπέθ