ΑΣΣΟΥΡ
(Ασσούρ).
1. Γιος του Σημ, ο οποίος κατονομάζεται δεύτερος στα εδάφια Γένεση 10:22 και 1 Χρονικών 1:17. Ήταν ο προπάτορας των Ασσυρίων. Οι λέξεις «Ασσούρ», «Ασσυρία» και «Ασσύριος» είναι όλες αποδόσεις της ίδιας εβραϊκής λέξης. Στο εδάφιο Ιεζεκιήλ 27:23 εννοείται είτε το έθνος των Ασσυρίων είτε μια από τις κύριες πόλεις του, η οποία έφερε το όνομα Ασσούρ (η σημερινή Καλάτ Σερκάτ).
2. Ο κυριότερος θεός των Ασσυρίων, θεός της στρατιωτικής ανδραγαθίας, στον οποίο προσευχόταν για βοήθεια ο πολεμοχαρής αυτός λαός. Ο Ασσούρ ήταν κάτι σαν «θεοποιημένος πατριάρχης», και οι Ασσύριοι ίσως λάτρευαν στο πρόσωπό του τον προπάτορά τους Ασσούρ, γιο του Σημ. Το όνομα Ασσούρ υπάρχει σε πολλά ασσυριακά ονόματα, όπως για παράδειγμα στο Εσάρ-αδδών και στο Ασσουρμπανιπάλ.
Ο ψεύτικος θεός Ασσούρ θεωρούνταν ο μεγαλύτερος προστάτης των Ασσυρίων. Η καλλιτεχνική απεικόνισή του ήταν ένας φτερωτός ηλιακός δίσκος. Στο όνομα του θεού τους, του Ασσούρ, και κατόπιν της δικής του έγκρισης (η οποία υποδηλωνόταν από ευνοϊκούς οιωνούς) έμπαιναν τα ασσυριακά στρατεύματα στη μάχη, κραδαίνοντας το ιερό του σύμβολο στη σύγκρουση. Οι βασιλιάδες των Ασσυρίων απέδιδαν τις νίκες «στη βοήθεια του Ασσούρ».—Βλέπε ΕΙΚΟΝΑ, Τόμ. 2, σ. 529· ΑΣΣΥΡΙΑ.