ΒΑΛΛΑ
(Βαλλά).
1. Μια από τις υπηρέτριες του σπιτικού του Λάβαν την οποία έδωσε ο Λάβαν στην κόρη του τη Ραχήλ για υπηρέτριά της, όταν αυτή παντρεύτηκε τον Ιακώβ. (Γε 29:29) Αυτό συνέβη στην Παδάν-αράμ, η οποία βρισκόταν στα βόρεια υψίπεδα της Μεσοποταμίας. Όταν, με την πάροδο του χρόνου, η Ραχήλ διαπίστωσε ότι ήταν στείρα, έδωσε τη Βαλλά στον Ιακώβ ως δευτερεύουσα σύζυγο, ώστε να αποκτήσει παιδιά μέσω της υπηρέτριάς της, όπως είχε κάνει και η Σάρρα. (Γε 16:2) Με αυτόν τον τρόπο, η Βαλλά είχε το προνόμιο να γεννήσει δύο γιους, τον Δαν και τον Νεφθαλί, των οποίων οι απόγονοι αποτέλεσαν 2 από τις 12 φυλές του Ισραήλ. (Γε 30:3-8· 35:25· 1Χρ 7:13) Όταν ο Ιακώβ επέστρεψε στη γη Χαναάν, παρουσίασε και τη Βαλλά, μαζί με τα παιδιά της, στο δίδυμο αδελφό του τον Ησαύ. Μετά το θάνατο της Ραχήλ, ο μεγαλύτερος γιος του Ιακώβ, ο Ρουβήν, διέπραξε πορνεία με τη Βαλλά.—Γε 35:22· 49:3, 4.
2. Πόλη που ανήκε στη φυλή του Συμεών και που βρισκόταν εντός της περιοχής της Νεγκέμπ στον Ιούδα. (1Χρ 4:29) Προφανώς είναι η ίδια πόλη με τη Βααλά του εδαφίου Ιησούς του Ναυή 15:29.