ΑΓΡΙΟΧΟΙΡΟΣ
[εβρ., χαζίρ].
Στις Γραφές, ο αγριόχοιρος μνημονεύεται στο εδάφιο Ψαλμός 80:13, όπου γίνεται νύξη για το ότι λεηλατεί τα αφύλακτα αμπέλια. Αυτό το ζώο (χοίρος ο άγριος [Sus scrofa]) εξακολουθεί να βρίσκεται στα έλη της Παλαιστίνης.
Ένας μεγάλος αγριόχοιρος μπορεί να ζυγίζει περίπου 160 κιλά και να έχει μήκος σχεδόν 1,5 μ. και ύψος 1 μ. στους ώμους. Το ρύγχος του είναι ειδικά σχεδιασμένο έτσι ώστε να μπορεί να ανασκάπτει το έδαφος ψάχνοντας για τροφή ανάμεσα στα χαμόκλαδα του δάσους. Οι χαυλιόδοντες, κυρίως του αρσενικού, αποτελούν τρομερό όπλο, με το οποίο μπορεί εύκολα να ξεσκίσει ένα άλογο. Αυτό το ζώο δεν είναι μόνο επικίνδυνο, αλλά και καταστροφικό—λέγεται ότι μια ομάδα αγριόχοιρων μπορεί να αφανίσει ένα ολόκληρο αμπέλι μέσα σε μία νύχτα. Αν και είναι κυρίως φυτοφάγο, το διαιτολόγιό του περιλαμβάνει μεγάλη ποικιλία τροφών, όπως ρίζες, σιτηρά, γεωσκώληκες, σαλιγκάρια, μικρά ζώα, αβγά πουλιών και τα παρόμοια.