ΚΛΟΥΒΙ
Περιφραγμένος χώρος ή κατασκευή για τον εγκλεισμό πουλιών ή άλλων ζώων. (Ιερ 5:27· παράβαλε Αμ 8:1, 2, όπου η ίδια εβραϊκή λέξη, κελούβ, αποδίδεται «καλάθι».) Ο προφήτης Ιεζεκιήλ εννοούσε προφανώς τον Βασιλιά Σεδεκία του Ιούδα όταν μίλησε μεταφορικά για ένα λιοντάρι που κλείστηκε σε κλουβί (εβρ., σουγάρ) και φέρθηκε στο βασιλιά της Βαβυλώνας.—Ιεζ 19:9· παράβαλε Ιεζ 12:13· 17:20· 2Βα 25:5-7.