ΚΑΡΒΟΥΝΟ
Μαύρη, εύθρυπτη και πορώδης μορφή άνθρακα, η οποία αποτελεί συνήθως υπόλειμμα της ατελούς καύσης ξύλων και ονομάζεται επίσης ξυλάνθρακας. Στην αρχαιότητα έφτιαχναν αυτό το κάρβουνο καλύπτοντας έναν σωρό ξύλων με χώμα και καίγοντάς τον αργά αργά επί αρκετές ημέρες, καθώς διοχέτευαν μόνο όσον αέρα επαρκούσε για την καύση των πτητικών ουσιών. Αυτή η μέθοδος απέδιδε μια σχετικά καθαρή μορφή άνθρακα. Επρόκειτο για χρονοβόρα διαδικασία η οποία απαιτούσε προσεκτική επίβλεψη, αλλά το κάρβουνο ήταν ένα από τα προτιμώμενα καύσιμα όταν κάποιος ήθελε έντονη και συνεχή θερμότητα χωρίς καπνό. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι στον αρχαίο Ισραήλ χρησιμοποιούσαν φυσικό γαιάνθρακα.
Για να ζεσταίνονται όταν έκανε κρύο έκαιγαν κάρβουνα είτε σε ανοιχτή φωτιά είτε στο μαγκάλι. (Ησ 47:14· Ιερ 36:22· Ιωα 18:18) Η ομοιόμορφη θερμότητα που ανέδιδε η ανθρακιά και η απουσία φλόγας και καπνού καθιστούσαν επίσης τα κάρβουνα ιδιαίτερα κατάλληλα για το μαγείρεμα. (Ιωα 21:9) Το κάρβουνο ήταν απαραίτητο για την τήξη και τον καθαρισμό των μετάλλων, γιατί χωρίς αυτό ήταν ουσιαστικά αδύνατον να δημιουργήσει και να διατηρήσει κανείς τις υψηλές θερμοκρασίες που απαιτούνταν για να αναχθούν τα μεταλλεύματα σε καθαρά μέταλλα. (Ησ 44:12· 54:16· βλέπε ΧΩΝΕΥΤΗΣ.) Όπως γίνεται περίπου και σήμερα κατά την τροφοδοσία μιας υψικαμίνου για την παραγωγή σιδήρου, έτσι και τότε το μετάλλευμα τοποθετούνταν ανάμεσα σε στρώματα κάρβουνου. Από αυτή τη συνήθεια προήλθε προφανώς η παροιμία: Η καλοσύνη προς τον εχθρό είναι σαν πυρωμένα κάρβουνα πάνω στο κεφάλι του, διότι μαλακώνει το θυμό του και φέρνει στην επιφάνεια το καλό που έχει μέσα του. (Παρ 25:22· Ρω 12:20) Η «σοφή γυναίκα» της Θεκωέ χρησιμοποίησε τα πυρωμένα κάρβουνα που σιγόκαιγαν ως σύμβολο των εν ζωή απογόνων.—2Σα 14:1-7.
Οι εβραϊκές λέξεις γκαχέλεθ και πεχάμ αποδίδονται «κάρβουνο», «πυρωμένα κάρβουνα», «αναμμένα κάρβουνα» ή «ανθρακιά». Για το θυσιαστήριο της σκηνής της μαρτυρίας χρησιμοποιούνταν ως καύσιμο τα ξύλα (Λευ 1:7, 8· 3:5), ενώ την Ημέρα της Εξιλέωσης «αναμμένα κάρβουνα φωτιάς από το θυσιαστήριο» έκαναν το θυμίαμα να απλώνεται πάνω από την κιβωτό της διαθήκης σαν σύννεφο. (Λευ 16:12, 13) Ο Ησαΐας περιέγραψε τον ειδωλολάτρη ο οποίος φτιάχνει θεό χρησιμοποιώντας μέρος του ίδιου δέντρου από το οποίο ανάβει φωτιά για να ψήσει πάνω στα κάρβουνα το ψωμί του.—Ησ 44:14, 15, 19.
Σε πολλές Γραφικές περικοπές η λέξη «κάρβουνα» χρησιμοποιείται με κάπως μεταφορική ή αλληγορική σημασία, υποδηλώνοντας κάθε είδους πυρωμένη, καυτή, φλεγόμενη ουσία. (2Σα 22:9· Ιωβ 41:21· Ψλ 18:8, 12, 13· 140:10· Ησ 6:6· Ιεζ 1:13· 10:2· 24:11) Τα καυτά «αναμμένα κάρβουνα από σπάρτα» χρησιμοποιήθηκαν για να συμβολίσουν την ανταπόδοση εναντίον κάποιου που έχει «δόλια γλώσσα».—Ψλ 120:2-4.