ΓΡΥΛΟΣ
[εβρ., χαργκόλ].
Είδος πηδητικού εντόμου συγγενικού με την ακρίδα, από την οποία όμως διαφέρει κατά το ότι φέρει προεξέχοντα αισθητήρια εξαρτήματα στην άκρη της κοιλιάς του. Στις Βιβλικές χώρες ζουν τόσο ο κατοικίδιος γρύλος όσο και ο αγροτικός. Μοναδική μνεία αυτού του εντόμου γίνεται στο εδάφιο Λευιτικό 11:22, όπου κατατάσσεται στις καθαρές τροφές.
Αρκετές μεταφράσεις της Αγίας Γραφής (KJ· Yg) αποδίδουν τον εβραϊκό όρο χαργκόλ ως «σκαθάρι», έντομο του οποίου τα πιο χαρακτηριστικά είδη έρπουν, δεν πηδούν. Εντούτοις, είναι γενικά παραδεκτό ότι η εβραϊκή λέξη αναφέρεται σε κάποιο είδος πηδητικού εντόμου, όπως υποδεικνύεται από το γεγονός ότι κατατάσσεται μαζί με την ακρίδα. Δεν είναι, ωστόσο, βέβαιο ποιο ακριβώς πηδητικό έντομο εννοείται. Οι μεταφραστές έχουν αποδώσει τον όρο χαργκόλ με διάφορους τρόπους: «ακρίδα που πέφτει» (Mo), «ακρίδα που πετάει» (AT· ΜΠΚ) και «γρύλος» (AS· RS· ΜΝΚ), ενώ σε κάποιες περιπτώσεις η εβραϊκή λέξη έχει απλώς μεταγραφεί.—Le· Da· JB.