ΓΑΑΛ
(Γαάλ) [πιθανώς, Αυτός που Αποστρέφεται· Αυτός που τον Αποστρέφονται].
Ο γιος του Αβδέ ο οποίος, μαζί με τους αδελφούς του, ήρθε στη Συχέμ και κέρδισε την εμπιστοσύνη των κτηματιών της πόλης. (Κρ 9:26) Οι κτηματίες αυτοί είχαν προηγουμένως ενισχύσει το χέρι του Αβιμέλεχ για να σκοτώσει τους γιους του Ιεροβάαλ (Γεδεών) και κατόπιν τον έκαναν βασιλιά τους. (Κρ 9:1-6) Όπως φαίνεται, ο Αβιμέλεχ διόρισε τον Ζεβούλ τοπικό άρχοντα στη Συχέμ, ενώ ο ίδιος ζούσε στην Αρουμά. Αργότερα αναπτύχθηκε κακό πνεύμα ανάμεσα στον Αβιμέλεχ και στους κτηματίες της Συχέμ. Τότε ο Γαάλ και οι αδελφοί του ξεσήκωσαν την πόλη να στασιάσει εναντίον του Αβιμέλεχ. Όταν ο Ζεβούλ το έμαθε αυτό, έστειλε αμέσως μήνυμα στον Αβιμέλεχ κάνοντας κάποιες εισηγήσεις σχετικά με το χειρισμό της κατάστασης που εντεινόταν. Ο Γαάλ και εκείνοι που ήταν μαζί του νικήθηκαν στην επακόλουθη μάχη εναντίον του Βασιλιά Αβιμέλεχ και τράπηκαν σε φυγή επιστρέφοντας στην πόλη. Τελικά, ο Ζεβούλ έδιωξε τον Γαάλ και τους αδελφούς του από τη Συχέμ.—Κρ 9:22-41.