ΙΟΥΔΑΙΟΣ
[Του (Από τον) Ιούδα].
Άτομο που ανήκει στη φυλή του Ιούδα. Η ονομασία αυτή δεν χρησιμοποιείται στη Βιβλική αφήγηση πριν από την πτώση του δεκάφυλου βασιλείου του Ισραήλ. Την εποχή του Εζεκία, ο Ησαΐας χρησιμοποίησε ένα επίθετο που παράγεται από αυτή τη λέξη και μεταφράζεται “η γλώσσα των Ιουδαίων”. (Ησ 36:11, 13) Ως επί το πλείστον, το νότιο βασίλειο ονομαζόταν Ιούδας, και ο λαός του αποκαλούνταν γιοι του Ιούδα ή η φυλή των γιων του Ιούδα. Ο πρώτος από τους Βιβλικούς συγγραφείς που χρησιμοποίησε την επωνυμία Ιουδαίοι αναφερόμενος άμεσα στο λαό ήταν ο συγγραφέας των βιβλίων των Βασιλέων—αναμφίβολα ο Ιερεμίας—του οποίου η προφητική υπηρεσία άρχισε το 647 Π.Κ.Χ. (Βλέπε 2Βα 16:6· 25:25.) Μετά την εξορία, η επωνυμία αυτή εφαρμόστηκε σε όσους Ισραηλίτες επέστρεψαν (Εσδ 4:12· 6:7· Νε 1:2· 5:17) και, τελικά, σε όλους τους Εβραίους ανά τον κόσμο, για να διακρίνονται από τα άλλα έθνη. (Εσθ 3:6· 9:20) Εθνικοί που δέχονταν την Ιουδαϊκή πίστη και γίνονταν περιτμημένοι προσήλυτοι δήλωναν επίσης ότι ήταν Ιουδαίοι. (Εσθ 8:17) Ωστόσο, στις Εβραϊκές Γραφές αυτός που είχε ενστερνιστεί τη θρησκεία των Ιουδαίων μπορεί να αναφέρεται ως «πάροικος» (Ιερ 22:3), στις δε Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές αυτά τα άτομα προσδιορίζονται ενίοτε με τον όρο «προσήλυτοι».—Πρ 2:10· 6:5· 13:43.
Οι αστρολόγοι που πήγαν να δουν τον Ιησού όταν ήταν παιδάκι ρώτησαν: «Πού είναι αυτός που γεννήθηκε βασιλιάς των Ιουδαίων;» (Ματ 2:1, 2) Πάνω στο ξύλο του βασανισμού του, ο Πιλάτος έβαλε τον τίτλο: «Ιησούς ο Ναζωραίος ο Βασιλιάς των Ιουδαίων».—Ιωα 19:19.
Μεταφορική Χρήση. Ο απόστολος Παύλος, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι οι Ιουδαίοι κακώς υπερηφανεύονταν για τη σαρκική καταγωγή τους και κακώς βασίζονταν στα έργα του Νόμου προκειμένου να βρουν εύνοια από τον Θεό, είπε: «Διότι Ιουδαίος δεν είναι εκείνος που είναι εξωτερικά Ιουδαίος ούτε είναι περιτομή εκείνη που είναι εξωτερικά περιτομή, στη σάρκα. Αλλά Ιουδαίος είναι εκείνος που είναι εσωτερικά Ιουδαίος, και η περιτομή του είναι η περιτομή της καρδιάς μέσω πνεύματος, και όχι μέσω γραπτού κώδικα. Ο έπαινος αυτού του ατόμου έρχεται, όχι από ανθρώπους, αλλά από τον Θεό». (Ρω 2:28, 29) Εδώ ο Παύλος, χρησιμοποιώντας ένα λογοπαίγνιο βασισμένο στη σημασία του ονόματος Ιούδας, δείχνει ότι η πραγματική αιτία για έπαινο από τον Θεό είναι το να Τον υπηρετεί κανείς εγκάρδια, μέσω πνεύματος. Αυτό το επιχείρημα είναι παράλληλο με το συλλογισμό του στο 4ο κεφάλαιο της επιστολής προς τους Ρωμαίους, δηλαδή ότι το αληθινό σπέρμα του Αβραάμ το αποτελούν όσοι διαθέτουν την πίστη του Αβραάμ. Επιπρόσθετα, επισημαίνει ότι στη Χριστιανική εκκλησία η εθνικότητα είναι άνευ σημασίας, διότι «δεν υπάρχει ούτε Ιουδαίος ούτε Έλληνας [Εθνικός]». (Γα 3:28) Ο αναστημένος Ιησούς Χριστός απευθύνθηκε στην εκκλησία της Σμύρνης και τους παρηγόρησε σχετικά με το διωγμό που υφίσταντο—κυρίως από τους Ιουδαίους—λέγοντας: «Γνωρίζω . . . τη βλασφημία από εκείνους που λένε ότι οι ίδιοι είναι Ιουδαίοι, και εντούτοις δεν είναι, αλλά είναι συναγωγή του Σατανά».—Απ 2:9.