ΛΙΚΧΙ
(Λικχί) [πιθανώς από μια ρίζα που σημαίνει «παίρνω»].
Κάποιος άντρας από τη φυλή του Μανασσή ο οποίος μνημονεύεται τρίτος μεταξύ των γιων του Σεμιδά.—1Χρ 7:19.
Δεν υπάρχει διαθέσιμο βίντεο για αυτή την επιλογή.
Λυπούμαστε, υπήρξε κάποιο σφάλμα στη φόρτωση του βίντεο.
(Λικχί) [πιθανώς από μια ρίζα που σημαίνει «παίρνω»].
Κάποιος άντρας από τη φυλή του Μανασσή ο οποίος μνημονεύεται τρίτος μεταξύ των γιων του Σεμιδά.—1Χρ 7:19.