ΝΑΑΛΑΛ
(Νααλάλ) [Μέρος Ποτίσματος· Βοσκότοπος].
Πόλη στον Ζαβουλών η οποία παραχωρήθηκε στους Μεραρίτες Λευίτες. (Ιη 19:10, 14, 15· 21:34, 35) Ονομαζόταν και Νααλώλ. Οι Ζαβουλωνίτες, αντί να εκδιώξουν τους Χαναναίους που κατοικούσαν σε αυτή την πόλη σε αρμονία με τη θεϊκή εντολή που είχαν λάβει, τους υπέβαλαν σε καταναγκαστική εργασία. (Κρ 1:30· 2:2) Η θέση της Νααλάλ δεν είναι γνωστή με βεβαιότητα.