ΘΑΑΝΑΧ
(Θαανάχ).
Παρεμβαλλόμενη πόλη του Μανασσή στην περιοχή του Ισσάχαρ (Ιη 17:11· 1Χρ 7:29) η οποία είχε παραχωρηθεί στους Κααθίτες Λευίτες. (Ιη 21:20, 25) Υπό τις διαταγές του Ιησού του Ναυή, οι Ισραηλίτες νίκησαν το βασιλιά της Θαανάχ. (Ιη 12:7, 21) Ωστόσο, οι Μανασσίτες δεν κατάφεραν να εκδιώξουν τους Χαναναίους από αυτή την πόλη καθώς και από άλλες. Με τον καιρό, όμως, αυτοί οι Χαναναίοι υποβλήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία. (Κρ 1:27, 28) Την εποχή του Κριτή Βαράκ οι δυνάμεις του Ιαβίν, του βασιλιά της Ασώρ, υπό τον αρχηγό του στρατεύματός του, τον Σισάρα, νικήθηκαν στη Θαανάχ. (Κρ 5:19) Στη διάρκεια της βασιλείας του Σολομώντα, η πόλη υπαγόταν στην περιφέρεια η οποία είχε ανατεθεί στον Βαανά, έναν από τους 12 διαχειριστές που είχαν την ευθύνη να προμηθεύουν τροφή για το βασιλικό τραπέζι. (1Βα 4:7, 12) Αρχαιολογικά στοιχεία από τη Θαανάχ, καθώς και ένα ανάγλυφο σε κάποιον τοίχο ναού στο Καρνάκ, μαρτυρούν ότι η πόλη καταλήφθηκε από τον Φαραώ Σισάκ όταν αυτός εισέβαλε στην Παλαιστίνη, το πέμπτο έτος της βασιλείας του γιου και διαδόχου του Σολομώντα, του Ροβοάμ.—2Χρ 12:2-4.
Η Θαανάχ ταυτίζεται με το Τελλ Ταανάχ, περίπου 8 χλμ. ΝΝΑ της Μεγιδδώ, στο νότιο άκρο της Κοιλάδας της Ιεζραέλ (Έμεκ Γιζραέλ). Η τοποθεσία αυτή βρισκόταν σε ένα σπουδαίο σημείο, πάνω σε τουλάχιστον δύο εμπορικές οδούς, η μία από τις οποίες οδηγούσε στην Πεδιάδα της Ακό και η άλλη στην Πεδιάδα του Σαρών.