Επιδιώκοντας τον Σκοπό μου στη Ζωή
Αφήγησις της Ρόζας Μαίη Ντρέγερ
ΛΙΓΟ κατανοούσα τι επεφύλασσε το μέλλον για μένα όταν είπα στον καθηγητή μου ως πρωτοετής μαθήτρια του Κολλεγίου ότι ήθελα να γίνω ιεραπόστολος της Βαπτιστικής εκκλησίας στην Κίνα. Όταν ετελείωσα το σχολείο είχα μάθει αρκετά περί της αληθείας, ώστε να βγάλω αυτή την ιδέα απ’ το κεφάλι μου. Μέσα στην κατάστασι της αμηχανίας μου έγινα διδασκάλισσα, αλλά εύρισκα δυσκολώτερη κάθε χρόνο την εκτέλεσι της υπηρεσίας αυτής.
Την άνοιξι του έτους 1936, αφού ανέγνωσα το άρθρον του Χρυσού Αιώνος, «Υπηρεσία στον Θεό ή στον Μαμμωνά», το οποίον εξέθετε τα πολλά ψεύδη που διδάσκονται από τα σχολικά βιβλία, απεφάσισα να επιδιώξω τον σκοπό μου στη ζωή, να γίνω σκαπανεύς. Το πρόβλημά μου ήταν: Ήμουν δικαιολογημένη να κόψω το οικονομικό μου εισόδημα από τη χήρα μητέρα μου και τους έξη νεωτέρους αδελφούς και αδελφές μου; Έλαβα την απόφασι ότι, αφού μερικοί απ’ αυτούς μπορούσαν ν’ αναλάβουν το οικονομικό βάρος, γιατί να μην τους αφήσω να το πράξουν;
Άρχισα τη σταδιοδρομία του σκαπανέως την 1η Σεπτεμβρίου 1936, μαζί με άλλο ένα κορίτσι από την εκκλησία του τόπου μου, του Σαιντ Τζόσεφ, Μισούρι. Μέσα σε δύο εβδομάδες αυτή ενυμφεύθη· έτσι, στη Μάσκοτζη, Οκλαχόμα, που ήταν ο πρώτος τόπος του επισήμου διορισμού μου, βρήκα μια άλλη σύντροφο και εργασθήκαμε μαζί μ’ ένα ανδρόγυνο που είχε αυτοκίνητο.
Τον Οκτώβριο πήγαμε στη συνέλευσι του Νιούαρκ, Νέας Ιερσέης. Το ταξίδι και όλα τα γεγονότα αποτελούσαν μια μεγάλη συγκίνησι για μένα. Ήσαν ημέρες ταραχώδεις στο Νιούαρκ. Εργασθήκαμε σε ‘θερμό’ Ισπανικό τομέα, αλλά με τρόπο απεφεύγαμε τα εμπόδια καθώς εδίναμε τη μαρτυρία και διεθέσαμε πολλά βιβλία και βιβλιάρια. Μετά τη συνέλευσι, πήγαμε στο εργοστάσιο του Μπρούκλυν, είχαμε δε ηχητικά μηχανήματα πάνω στο αυτοκίνητό μας, και προσεκλήθημεν σε γεύμα στο Μπέθελ. Σ’ ένα νέον σκαπανέα κάθε μικρό πράγμα είναι μεγάλο πράγμα, κι έτσι μπορώ να πω ότι μας συνεκίνησε το ότι συνωμιλήσαμε με τον Αδελφό Ρόδερφορδ, ο οποίος μας ενεθάρρυνε να συνεχίσωμε το έργον μας. Αφού είδαμε λίγο τα αξιοθέατα μέρη γύρω από τη Νέα Υόρκη εταξιδέψαμε προς νότον στο Φορτ Σμιθ, Αρκάνσας, ψάλλοντας σε όλη τη διαδρομή.
Τους επομένους επτά μήνες εργασθήκαμε μόνο σε εμπορικούς τομείς στις νότιες πόλεις, περιλαμβανομένων των Χοτ Σπρινγκς, Αρκάνσας· Νατσέζ και Βίξμπουργ, Μισισιπή· Λαφαγέτ και Λαίηκ Τσαρλς, Λουϊζιάνα. Ω, θα μπορούσα να γράψω πολλές σελίδες για όσα συνέβησαν στη διάρκεια των επτά εκείνων μηνών—πώς μπήκαμε μέσα σε όλα τα εργοστάσια και εδώσαμε τη μαρτυρία σε όλους τους υπαλλήλους και πώς, φυσικά, κάποτε μας έδιωχναν· πώς η Γαλλική αστυνομία της Λαφαγέτ μάς έσερνε κάθε μέρα και τραβούσε το ηχητικό αυτοκίνητο πάνω σε μια σχεδία· πώς εδειπνήσαμε με φίλους μέσα στη σπιτόβαρκά τους, στον Ποταμό Μισισιπή· πώς εδώσαμε τη μαρτυρία σε ενοίκους παλαιών μεγάρων, όπως του Στρατηγού Λη και του Στρατηγού Γκραντ, γύρω από το Νατσέζ· και πώς εχρησιμοποιούσαμε το ηχητικό αυτοκίνητο τα βράδια για να προσκαλούμε ανθρώπους να ταχθούν με τον Ιεχωβά (με ωραίους ύμνους που εψάλλαμε με τετραφωνία και με διαλέξεις μιας ώρας). Οι καθημερινές εκείνες πείρες σκαπανέως ήσαν τόσο αντίθετες με τις σχολικές πείρες, ώστε εγύριζα ψάλλοντας ‘σαν ένα πουλί που βγήκε από το κλουβί’.
Ίσως να διερωτάσθε αν είχα οικονομικές δυσχέρειες στην αρχή. Όχι, δεν είχα· ούτε και στη διάρκεια των δεκαοκτώ ετών της υπηρεσίας μου στο έργον σκαπανέως. Μια πολύτιμη επιστολή από την Εταιρία μού ήλθε στην αρχή του διορισμού μου ως σκαπανέως. Ήταν σαν να μιλούσε ο αγαπητός Αδελφός Σούλλιβαν σε νέους σκαπανείς. Παρέθετε το Ματθαίος 6:25-34 και κατ’ ουσίαν έλεγε: ‘Ο ουράνιος Πατήρ σας τρέφει τα πετεινά του ουρανού και ενδύει τον χόρτον του αγρού. Πόσο μάλλον εσάς; Αυτός είπε ότι θα το πράξη και σας καλεί να τον δοκιμάσετε’. Εγώ εδοκίμασα τον Ιεχωβά και αυτός απεδείχθη αληθινός στον λόγο του.
Τώρα ας ξαναπάω στο τέλος των πρώτων μου εννέα μηνών έργου σκαπανέως. Η σύντροφός μου και το ανδρόγυνο εσταμάτησαν το έργον σκαπανέως και πήγαν στα σπίτια τους. Χωρίς σύντροφο πάλι, κι εγώ πήγα στο σπίτι μου για τρεις μήνες, κατόπιν προσκλήσεως του αδελφού μου, για να εργασθώ σ’ ένα τμήμα του αγροτικού τομέως της τοπικής εκκλησίας. Ο αδελφός μου μού επρομήθευσε ένα αυτοκίνητο και βενζίνη.
Τον Σεπτέμβριο του 1937 πήγα στη συνέλευσι του Κολόμπους, Οχάιο, με όλα τα πράγματά μου μέσα σε δύο βαλίτσες, ελπίζοντας να βρω έναν άλλο σύντροφο, και τον βρήκα. Ήταν η Σίρλεϋ Χένδριξον, ένα αγαθό, ειλικρινές και χαρωπό άτομο που απεδείχθη επί δεκαεπτά χρόνια ένα πολύτιμο κεφάλαιο στη ζωή μου ως σκαπανέως.
Η Σίρλεϋ κι εγώ ξεκινήσαμε μαζί στο πεδίον σκαπανέων του Σινσιννάτι, Οχάιο. Ήμουν μια από τους 200 που εξελέγησαν στη συνέλευσι του Κολόμπους για έργον ειδικού σκαπανέως κι έτσι τις πρώτες μέρες του Νοεμβρίου ήμεθα στον νέο μας τόπο διορισμού, στο Ουωτέρμπερυ, Κοννέκτικατ.
Στο Ουωτέρμπερυ συνήντησα ένα νεαρό ναύτη που προπαρεσκευάζετο να γίνη κληρικός του Πολεμικού Ναυτικού. Με κράτησε πάνω από μια ώρα με πολλές ερωτήσεις και τελικά πήρε μόνο ένα βιβλιάριο, διότι είχε μόνο ένα κέρμα περίσσιο από όσα του έφθαναν για ένα κουτί τσιγάρα, όπως μου είπε αργότερα. Εν τούτοις, λόγω του προφανούς ενδιαφέροντός του για την οργάνωσι, επέστρεψα να τον ιδώ και πάλι την επομένη το πρωί μ’ ένα Βιβλίο του Έτους ως δώρο και του άφησα τη διεύθυνσι της Αιθούσης Βασιλείας. Εκείνο το Σαββατοκύριακο ήμουν έξω από την πόλι, αλλ’ έμαθα ότι αυτός παρακολούθησε τη μελέτη Σκοπιάς. Την επόμενη Πέμπτη ήταν στη συνάθροισι υπηρεσίας, όπου εξητάζετο ένα άρθρο του Πληροφορητού περί καπνίσματος. Τότε έληξε η σπατάλη των χρημάτων για τσιγάρα. Τις επόμενες δύο εβδομάδες με συνώδευσε στην υπηρεσία και έλαβε την απόφασι να γίνη σκαπανεύς. Κατανοώντας ότι δεν είχε αρκετές γνώσεις, έλαβε άδεια δύο εβδομάδων για να μελετήση. Μετά δύο μήνες από την ημέρα που τον συνήντησα, έγινε σκαπανεύς. Ναι, και ενέμεινε, τον είδα μάλιστα με την οικογένειά του στο Στάδιο Γιάγκη.
Ευτυχείς βαδίζαμε πάνω στα χιόνια και στους πάγους της Νέας Αγγλίας με μια τσάντα βιβλία και πρόσθετο πακέτο βιβλία και τρόφιμα στο ένα χέρι, κι ένα γραμμόφωνο στο άλλο, που κάποτε εχρησίμευε για ν’ απομακρύνη κανένα άγριο σκυλί ή να μας προφυλάξη από μια πτώσι πάνω στον πάγο. Από το Ουωτέρμπερυ πήγαμε στο Τόρριγκτον, Κοννέκτικατ. Αποτελεί μια ευχάριστη ανάμνησι το ότι εκεί είχαμε το προνόμιο να βοηθήσωμε ένα νεαρόν αδελφόν και μια αδελφή να βγουν στην υπηρεσία. Τώρα αυτοί είναι ιεραπόστολοι στην Ιταλία.
Από το Κοννέκτικατ πήγαμε στη Μασσαχουσέττη: πρώτα στο Πίττσφηλντ και ύστερα στο Λεομίνστερ, όπου εργασθήκαμε σ’ έναν όμιλο από πέντε ειδικούς σκαπανείς. Βιβλία διαθέσαμε λίγα εκεί στο Γαλλικό Καθολικό τμήμα της πόλεως, αλλ’ ένας αδελφός και μια αδελφή άνοιξαν και το σπίτι τους και το ψυγείο των τροφίμων τους και στους πέντε μας, χωρίς επιβάρυνσι.
Ο επόμενος τόπος του διορισμού μας ήταν το Φίτσμπουργκ και επακολούθησε η Βοστώνη. Όταν συνήντησα τον υπηρέτη της εκκλησίας εκεί, μου ενεχείρισε μια επιστολή από το νομικό τμήμα της Εταιρίας, που μου παρήγγελλε να διδάξω στη Σχολή Βασιλείας του Σούντμπουρυ, μιας πόλεως που απείχε είκοσι μίλια από τη Βοστώνη. Αυτό μου έφερε δάκρυα στα μάτια καθώς και στη Σίρλεϋ· αλλ’ εξακολουθώντας να επιδιώκω τον σκοπό μου στη ζωή, το δέχθηκα ως διορισμό από τον Ιεχωβά μέσω της οργανώσεώς του. Αν και όλα δεν ήσαν ρόδινα στη διάρκεια των δύο εκείνων σχολικών περιόδων, δεν παρέμεινα αδρανής ως προς την υπηρεσία. Είχα τη χρήσι ενός μεγάλου, παλαιού αυτοκινήτου Πακάρ μέσα στο οποίον παρελάμβανα μια δωδεκάδα παιδιά στην υπηρεσία το Σαββατοκύριακο εκτός από δύο απογεύματα κάθε εβδομάδα.
Τον Μάιο του 1940 έφυγα από το Σούντμπουρυ για να επαναλάβω το έργον σκαπανέως, αλλά μόλις τον επόμενο Δεκέμβριο συναντήθηκα πάλι με τη Σίρλεϋ, τη φορά αυτή στον Σαν Αντόνιο, Τέξας. Λόγω των συνθηκών της διαβιώσεώς μας, επεράσαμε εκεί το δυσκολότερο έτος της ζωής μας ως σκαπανέων. Αλλ’ αφού πήγαμε εκεί με την εξουσιοδότησι του Αδελφού Ρόδερφορδ, παρεμείναμε. Στον κατάλληλο καιρό ο Ιεχωβά πάντοτε έχει κάποιον τρόπο να βγάζη τους δούλους του από μια δύσκολη κατάστασι. Μας απηλευθέρωσε δίνοντάς μας ένα διορισμό ειδικού σκαπανέως, πρώτα στο Αλάις, Τέξας, και ύστερα στο Αρκάνσας Πας, όπου ήμεθα όταν μας ήλθαν τα ερωτηματολόγια για τη σχολή Γαλαάδ.
Γαλαάδ! Κάτι εντελώς νέο μπροστά μας! Μέσα σε λίγες εβδομάδες ήμεθα φερμένοι από το ηλιόλουστο Τέξας στο χιονοσκεπές έδαφος της σχολής Γαλαάδ. Ήταν ήδη η πρώτη Κυριακή του Φεβρουαρίου του 1943. Την επαύριον, εμείς τα «πειραματόζωα» της πρώτης σειράς σπουδαστών έλάβαμε τις θέσεις μας για εργασία—εννοώ ότι αυτό ήταν εργασία για μένα· αλλ’ ήμουν πολύ ευτυχής να βρίσκωμαι εκεί. Οι ευχάριστες πείρες μου στη σχολή Γαλαάδ μου ήσαν σαν ένα ευτυχές νυχτερινό όνειρο πραγμάτων του Νέου Κόσμου.
Οι πέντε βραχείς μήνες πέρασαν γρήγορα, και η Σίρλεϋ κι εγώ και άλλοι δύο εκάμαμε δύο χρόνια σκαπανείς στις συνοριακές πόλεις του Τέξας, αναμένοντας να μπούμε στον ξενικό μας τόπο διορισμού, στο Μεξικό. Εκεί στο Ηγκλ Πας μια μέρα συνήντησα ένα πραγματικό πρόβατο που έτριβε ασπρόρουχα σε μια σκάφη. Υστερ’ από λίγη ανάγνωσι και λίγη βοήθεια στη μελέτη εδέχθη την αλήθεια κι έγινε μια θαυμασία ευαγγελιζομένη. Και ολόκληρη η οικογένειά της γρήγορα απετέλεσε μέρος της κοινωνίας του Νέου Κόσμου.
Στις 21 Μαΐου 1945, μπήκαμε στο Μεξικό ως εκπαιδευταί. Εικοσιένας ωρίσθησαν για το μέρος αυτό αρχικά· ένδεκα έμειναν. Αυτοί οι ένδεκα είμαι βεβαία ότι θα πουν μαζί μου: «Δεν θα ήθελα από δική μου εκλογή να ήμουν οπουδήποτε αλλού.» Το έργον σκαπανέως επί εννέα χρόνια στη μία αυτή πόλι (στην Πόλι του Μεξικού) μου έδωσε μια χαρά την οποίαν δεν είχα δοκιμάσει προηγουμένως: τη χαρά του να ιδώ 175 ευαγγελιζομένους ν’ αυξηθούν σε πάνω από 1.300 και μια μονάδα να υποδιαιρήται σε 20. Υπήρχε επίσης και ειδική ικανοποίησις και χαρά που προήρχετο από την επίδοσι του αγγέλματος της Βασιλείας σε ανθρώπους, οι οποίοι ποτέ δεν είχαν Αγία Γραφή στα χέρια τους και τους οποίους είδα κατόπιν παρουσία μου να αφαιρούν τα είδωλα της παλαιάς των λατρείας.
Η διάθεσις εντύπων υπήρξε πολύ καλή σε όλο το χρονικό αυτό διάστημα, και βρήκα πολύ εύκολο το ν’ αρχίσω μελέτες· αλλ’ αρχίζουν πάντοτε νέες μελέτες και αφήνονται άλλες. Γενικά, οι γυναίκες εδώ είναι σκλάβοι των συζύγων των, κι έτσι κι αν ακόμη δεχθούν την αλήθεια, πολλές απ’ αυτές δεν μπορούν να παρακολουθήσουν συναθροίσεις και να βγουν στο έργον.
Όταν έχωμε συνέλευσι στην πόλι, αισθάνομαι όπως και μια ευτυχισμένη μητέρα πολλών τέκνων σε μια οικογενειακή συγκέντρωσι. Δέχομαι από παντού εναγκαλισμούς και φιλιά, από διαφόρους με τους οποίους σννεμελέτησα στη διάρκεια των τελευταίων εννέα ετών, και οι οποίοι τώρα είναι ευαγγελιζόμενοι στις διάφορες είκοσι μονάδες. Το να βλέπω εκεί ευαγγελιζομένους στους οποίους είχα πάει την αλήθεια, με τους καλής θελήσεως συντρόφους των, με κάνει να αισθάνωμαι τον εαυτό μου ως μια περήφανη γιαγιά.
Εδοκίμασα ασφαλώς την εκπλήρωσι των λόγων του Ιησού: «Δεν είναι ουδείς όστις, αφήσας οικίαν, ή αδελφούς, ή αδελφάς, ή πατέρα, ή μητέρα, ή γυναίκα, ή τέκνα, ή αγρούς, ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, δεν θέλει λάβει εκατονταπλασίονα τώρα εν τω καιρώ τούτω.» (Μάρκ. 10:29,30) Αν και δεν ξέρω τι μου επιφυλάσσει η αύριον, ελπίζω να μπορέσω να συνεχίσω επιδιώκοντας τον σκοπό μου στη ζωή στον ξενικό μου τόπο διορισμού ώσπου ‘αι οικίαι μείνουν χωρίς κατοίκους’.
[Εικόνα στη σελίδα 164]
Ρόζα Μαίη Ντρέγερ