Ο Τρόπος Θανάτου του Ιησού
ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ημέρες της διακονίας του Ιησού επάνω στη γη ήσαν γεμάτες από σοβαρές δοκιμασίες. «Ο Ιησούς», κατανοώντας ότι επλησίαζε ο καιρός του θανάτου του, «παρέλαβε τους δώδεκα μαθητάς κατ’ ιδίαν εν τη οδώ, και είπε προς αυτούς, Ιδού, αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα, και ο Υιός του ανθρώπου θέλει παραδοθή εις τους αρχιερείς και γραμματείς, και θέλουσι καταδικάσει αυτόν εις θάνατον· και θέλουσι παραδώσει αυτόν εις τα έθνη δια να εμπαίξωσι και μαστιγώσωσι και σταυρώσωσι· και τη τρίτη ημέρα θέλει αναστηθή.»—Ματθ. 20:17-19.
Στις 14 Νισάν, την ημέρα του Πάσχα, αφού εγκαθίδρυσε με τους μαθητάς του την Ανάμνησι του θανάτου του, τους πήγε στο όρος των Ελαίων. «Και λέγει προς αυτούς ο Ιησούς, Ότι πάντες θέλετε σκανδαλισθή εν εμοί την νύκτα ταύτην· διότι είναι γεγραμμένον, “Θέλω πατάξει τον ποιμένα, και θέλουσι διασκορπισθή τα πρόβατα”.» (Μάρκ. 14:27) Ο Ιησούς εγνώριζε ότι αυτή η προφητεία, που είχε αναγραφή πριν από πολύν χρόνο στο Ζαχαρίας 13:7, επρόκειτο να εκπληρωθή, και προετοίμαζε τους μαθητάς του για τη μεγάλη δοκιμασία που θα επήρχετο σ’ αυτούς.
Όταν ήλθε στον κήπο της Γεθσημανή, πήρε μαζί του τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, «και ήρχισε να εκθαμβήται και να αδημονή. Και λέγει προς αυτούς, Περίλυπος είναι η ψυχή μου έως θανάτου.» Ή, όπως το αποδίδει σε παράφρασι η Μία Αμερικανική Μετάφρασις, είπε: «Η καρδία μου σχεδόν συγκόπτεται». «Και προχωρήσας ολίγον, έπεσεν επί προσώπου αυτού, προσευχόμενος και λέγων, Πάτερ μου, εάν ήναι δυνατόν, ας παρέλθη απ’ εμού το ποτήριον τούτο· πλην ουχί ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ.» «Πάλιν εκ δευτέρου υπήγε και προσευχήθη, λέγων, Πάτερ μου, εάν δεν ήναι δυνατόν τούτο το ποτήριον να παρέλθη απ’ εμού, χωρίς να πίω αυτό, γενηθήτω το θέλημά σου.» (Μάρκ. 14:32-34· Ματθ. 26:37-39, 42) Ο Ιησούς είχε ένα μέγα φορτίο στη διάνοιά του. Κύριον μέλημά του ήταν η διεκδίκησις του ονόματος του Πατρός του. Η σωτηρία της ανθρωπότητος, καθώς και η ζωή του, εξηρτώντο από την πορεία της ενεργείας του.
Στην αρχή της επιγείου διακονίας του, όταν ο Ιησούς επειράσθη από τον Σατανά στην έρημο, ο Διάβολος προσεπάθησε να τον απομακρύνη από την πορεία της πιστότητος, αλλ’ ο Ιησούς ήθελε να υπηρετή μόνο τον Ιεχωβά. «Τότε αφίνει αυτόν ο διάβολος· και ιδού, άγγελοι προσήλθον και υπηρέτουν αυτόν.» Έτσι, επίσης, και σ’ αυτόν τον καιρό της δοκιμασίας στο τέλος της ανθρωπίνης ζωής του, «εφάνη . . . εις αυτόν άγγελος απ’ ουρανού ενισχύων αυτόν.»—Ματθ. 4:11· Λουκ. 22:43.
Σ’ αυτό το σημείο ενδιαφέρει να εξετασθή μια προφητεία περί του θανάτου του Ιησού, που αναγράφεται στον Ησαΐα 53:10 (ΜΝΚ), η οποία λέγει: «Αλλ’ ο Ιεχωβά ηθέλησε να βασανίση αυτόν· εταλαιπώρησεν αυτόν» («έκαμε αυτόν ασθενή» ΜΝΚ). Με ποιά ακριβώς έννοια απεδείχθη αληθές αυτό;
Εκεί στη Γεθσημανή ο Ιησούς ήταν σε μεγάλη αγωνία. «Και ελθών εις αγωνίαν, προσηύχετο θερμότερον. Έγινε δε ο ιδρώς αυτού ως θρόμβοι αίματος καταβαίνοντες εις την γην.» (Λουκ. 22:44) Ο Ιεχωβά το επέτρεψε τούτο, και γι’ αυτόν τον λόγο θα μπορούσε να λεχθή ότι αυτός ήταν εκείνος, που «έκαμε ασθενή» τον Ιησού στον κήπο. Τόσο σοβαρή ήταν η αγωνία του Ιησού, που επροξένησε και αιματηρό ιδρώτα, ο οποίος έπεφτε στη γη, ώστε ο Ιησούς θα ήταν δυνατόν ν’ αποθάνη, αν δεν εσυντομεύετο αυτό. Εν τούτοις, διετυπώθη η άποψις ότι αυτή η ασθένεια, την οποίαν υπέστη, ήταν τέτοια ώστε απενέκρωσε την ευαισθησία των νεύρων του, καθιστώντας υποφερτές τις πείρες που επρόκειτο ακόμη να υποστή. Ενταύθα παρατηρούμε το έλεος του Ιεχωβά που επέτρεψε στον Ιησού να «ασθενήση» προτού προσηλωθή στο ξύλο του μαρτυρίου.
Αφού συνελήφθη ο Ιησούς κι επέρασε από μια πλαστή δίκη, εμαστιγώθη και, κατόπιν επιμονής του καθωδηγημένου από τον κλήρο πλήθους, παρεδόθη να σταυρωθή. Όσο τρομερή κι αν ήταν η δοκιμασία, ο πόνος αναμφιβόλως είχε ελαττωθή σε κάποιο βαθμό από τις νευρονεκρωτικές πείρες, από τις οποίες είχε ήδη περάσει. Αντί ν’ αφήση τον Ιησού να υποφέρη περισσότερο χρόνο στο ξύλο του μαρτυρίου ή ν’ αφήση τους στρατιώτας να τερματίσουν τη ζωή του θραύοντας τα οστά του, «ο Ιεχωβά ηθέλησε να βασανίση αυτόν», πράγμα που έκαμε, αφήνοντάς τον να εκπνεύση λίγες ώρες μετά τη σταύρωσί του. Ο Ιησούς, κατανοώντας τι συνέβαινε, εκραύγασε: «Θεέ μου, Θεέ μου, δια τι με εγκατέλιπες;» Και, αφού κατεβλήθη από θλίψι, «ο . . . Ιησούς εκβαλών φωνήν μεγάλην, εξέπνευσε.» (Μάρκ. 15:34, 37) Ο Ουίλλιαμ Στρουντ, Μ. Δ., εξηγώντας τι συνέβη, στο σύγγραμμά του Η Φυσική Αιτία του Θανάτου του Χριστού, αναφέρεται στην παρατήρησι ενός Γκρύνερ, ο οποίος λέγει: «Είναι κοινό πράγμα σε άτομα, των οποίων η καρδιά καταθλίβεται από υπερβολική συμφόρησι αίματος, από ανησυχία και παλμούς, και τα οποία απειλούνται με πνιγμονή, να εκβάλουν δυνατή φωνή.» Προφανώς η καρδιά του συνεκόπη ή μια από τις μεγάλες αρτηρίες διερράγη, κάνοντάς τον να εκπνεύση.
Αυτό κατέστησε δυνατή την εκπλήρωσι ενός άλλου σπουδαίου μέρους του σκοπού του Ιεχωβά. «Χωρίς χύσεως αίματος δεν γίνεται άφεσις.» (Εβρ. 9:22) Σχετικά δε με τον θάνατο του Ιησού είχε γραφή: «Παρέδωκε την ψυχήν αυτού εις θάνατον.» (Ησ. 53:12) Ο θάνατός του έπρεπε να γίνη σ’ ένα ξύλο, για να καταστή δυνατόν ν’ απαλλαγούν από την κατάρα του Νόμου οι Ιουδαίοι που θα επίστευαν, αλλά θάνατος πάνω σε ξύλο δεν θα έκανε να εκχυθή αίμα, και αυτό απητείτο για να εκπληρωθούν οι Θείες απαιτήσεις για την άφεσι των αμαρτιών όλων εκείνων από το ανθρώπινο γένος που θα επίστευαν. (Γαλ. 3:13) Αλλά, με το ν’ αφήση ο Ιεχωβά να συντριβή ο Ιησούς, επιτρέποντας να διαπερασθούν τα χέρια και τα πόδια του με καρφιά και να πάθη διάρρηξι η καρδιά του ή μια από τις αρτηρίες του, το αίμα εχύθη στο περικάρδιον ή θώρακα. Γι’ αυτό, όταν ένας από τους στρατιώτας έλαβε λόγχη κι εκέντησε την πλευρά του, «εξήλθεν αίμα και ύδωρ.» (Ιωάν. 19:34) Με αυτόν τον τρόπο, ενώ ο Ιεχωβά ευηρεστήθη να φέρη ένα γοργό τέλος στην αγωνία του Υιού του, κατέστησε, επίσης, δυνατόν να εκπληρωθούν όλα όσα εγράφησαν από τους Θεοπνεύστους προφήτας, και ν’ αντιμετωπισθούν οι απαιτήσεις για σωτηρία.