«Κοπτερώτερος Υπέρ Πάσαν Δίστομον Μάχαιραν»
ΤΙ ΕΙΝΑΙ κοπτερώτερο από κάθε δίστομο μάχαιρα; Ο λόγος του Θεού, η Αγία Γραφή, κατά τον απόστολο Παύλο: «Διότι ο λόγος του Θεού είναι ζων, και ενεργός, και κοπτερώτερος υπέρ πάσαν δίστομον μάχαιραν, και διέρχεται μέχρι διαιρέσεως ψυχής τε και πνεύματος, αρμών τε και μυελών, και διερευνά τους διαλογισμούς και τας εννοίας της καρδίας.»—Εβρ. 4:12.
Στις ημέρες του αποστόλου Παύλου ένα από τα όπλα που εχρησιμοποιούντο στη μάχη ήταν ένα δίκοπο ξίφος. Εχρησιμοποιείτο ειδικά για μάχες εκ του πλησίον και για έμπηξι μάλλον παρά για σπαθισμό. Εξυπηρετούσε, λοιπόν, καλά τον σκοπό του Παύλου για να παραστήση την αποτελεσματικότητα του Θείου λόγου, διότι ο λόγος του Θεού κόπτει βαθιά και διαιρεί μεταξύ ψυχής και πνεύματος, διότι κάνει τη διάκρισι μεταξύ του τι φαινόμεθα ότι είμεθα ως ένα ζωντανό πλάσμα, ως ψυχή, και της νοοτροπίας μας, του πνεύματος, απογυμνώνοντας έτσι τις σκέψεις και τις προθέσεις της καρδιάς.
Σήμερα υπάρχουν αναρίθμητες με διαφορετικά συστήματα σχολές ψυχολογίας, που όλες προσπαθούν να δοκιμάσουν την ανθρώπινη καρδιά και να ανασύρουν γυμνά τα μυστικά της. Αλλά καμμιά, ούτε και όλες μαζί, δεν μπορεί να παραβληθή με τον λόγον του Θεού ως προς αυτό, διότι ο λόγος αυτός εγράφη απ’ Εκείνον που έκαμε την ανθρώπινη καρδιά. Το τι αυτός σκέπτεται για την καρδιά του πεπτωκότος ανθρωπίνου γένους μάς το λέγει ο λόγος του: «Η καρδία είναι απατηλή υπέρ πάντα, και σφόδρα διεφθαρμένη· τις δύναται να γνωρίση αυτήν;» Όχι οι ψυχολόγοι, ούτε οι ψυχίατροι, αλλά «Εγώ ο Ιεχωβά εξετάζω την καρδίαν, δοκιμάζω τους νεφρούς [τας βαθυτέρας συγκινήσεις].»—Ιερεμ. 17:9, 10, ΜΝΚ, περιθώριον.
Μεταξύ των πολλών παραδειγμάτων που δείχνουν πόσο βαθιά κόπτει ο λόγος του Θεού και πόσο καλά διαχωρίζει μεταξύ της πράξεως και του ελατηρίου είναι τα λόγια του Ιησού στο κατά Ματθαίον 6:1-8. Μπορεί και να μην το γνωρίζωμε καν, αλλ’ αν κάνωμε δημοσία τις πράξεις μας ελεημοσύνης και φιλανθρωπίας, αν τις αφήνωμε να τις ιδούν οι άλλοι, παύουν να έχουν αξία. Τα ίδια μας ελατήρια γίνονται ύποπτα και γινόμεθα υποκριταί. Τα φιλανθρωπικά εκείνα ιδρύματα που διαφημίζουν τις λαμβανόμενες δωρεές με σκοπό να ενθαρρύνουν τις εισφορές εργάζονται πραγματικά εναντίον των καλυτέρων συμφερόντων των δωρητών. Με παρόμοιο πνεύμα ο Ιησούς, στο κατά Ματθαίον 7:1-5, κατακρίνει ως υποκρισία την τάσι του να χρησιμοποιήται, κατά ένα τρόπο, τηλεσκοπική και μικροσκοπική όρασις στο να κρίνη κανείς τους άλλους κι ωστόσο να είναι απέραντα τυφλός όταν κρίνη τον εαυτό του. Η έλλειψις αντικειμενικότητος καθιστά τα ελατήριά μας ύποπτα. Μήπως προσπαθούμε συνειδητά ή ασυνείδητα, να εξυψώσωμε τον εαυτό μας;
Ο απόστολος Παύλος εξεδήλωσε όμοια εμπνευσμένη οξεία διανοητική διάκρισι. Στην επιστολή 1 Κορινθίους 13:1-3 τονίζει ότι η ευγλωττία, η πολυμάθεια και τα φιλανθρωπικά έργα δεν θα μας ωφελήσουν διόλου αν το ελατήριό μας δεν είναι αγνό. Σημειώστε, επίσης, τη βαθιά του κατανόηση της ανθρωπίνης καρδιάς, όταν λέγη, σχετικά με τις εισφορές για ενδεείς αδελφούς: «Έκαστος κατά την προαίρεσιν της καρδίας αυτού.» Όταν τεθή για πρώτη φορά υπό την προσοχή μας μια επαξία υπόθεσις, εμείς αυθορμήτως αποφασίζομε να είμεθα γενναιόδωροι, μεγαλόκαρδοι. Αλλ’ όταν έρχεται ο καιρός ν’ αποχωρισθούμε πραγματικά από τα χρήματά μας, πόσο πρόθυμοι είμεθα να θέσωμε φραγμό, να λογικευθούμε και να αισθανθούμε ότι η απόφασίς μας ήταν μια απερίσκεπτη ευχή και ότι η σύνεσις υπαγορεύει να δώσωμε λιγώτερα! Ούτε πρέπει να δίνωμε αθέλητα ή κάτω από εξαναγκασμό, «διότι τον ιλαρόν δότην αγαπά ο Θεός.»—2 Κορ. 9:7.
Ο Παύλος, παραθέτοντας από τις Εβραϊκές Γραφές πάνω στο θέμα της θείας παιδείας, κάνει επίσης βαθιά διάκρισι. Όταν τιμωρούμεθα, είναι πιθανόν να φθάσωμε σε ένα από τα δύο άκρα: ή ν’ αποτραβηχθούμε από τη ράβδο στασιάζοντας και υποτιμώντας τη διόρθωσι ή να θλιβούμε τόσο για τον εαυτό μας ώστε ν’ αποθαρρυνθούμε και να εγκαταλείψωμε. Θίγοντας και τις δύο ακρότητες και τονίζοντας το γιατί πρέπει να τις αποφεύγωμε, ο Παύλος λέγει: «Υιέ μου, μη καταφρονής την παιδείαν του Ιεχωβά· μηδέ αθυμής ελεγχόμενος υπ’ αυτού. Διότι όντινα αγαπά ο Ιεχωβά, παιδεύει.»—Εβρ. 12:5, 6, ΜΝΚ.
Το ότι κι ο απόστολος Πέτρος εδιδάχθη από τον Ιεχωβά σχετικά με αυτά μας δίδεται εντόνως να το εννοήσωμε στη συμβουλή του προς εκείνους που είναι πνευματικοί ποιμένες στη Χριστιανική εκκλησία: «Ποιμάνατε το μεταξύ σας ποίμνιον του Θεού, επισκοπούντες μη αναγκαστικώς, αλλ’ εκουσίως· μηδέ αισχροκερδώς, αλλά προθύμως· μηδέ ως κατακυριεύοντες την κληρονομίαν του Θεού, αλλά τύποι γινόμενοι του ποιμνίου.»—1 Πέτρ. 5:2, 3.
Ο Πέτρος εγνώριζε καλά ότι, όπως συμβαίνει και με τα κατά γράμμα πρόβατα, η φροντίδα για τα Χριστιανικά πρόβατα περιλαμβάνει πολλές ταλαιπωρίες, πολλές ώρες και σκληρή εργασία. Ποια, λοιπόν, είναι η ιδιοτελής, πεπτωκυία ανθρωπίνη τάσις; Να εκτελή ένας ποιμήν τα καθήκοντά του με στεναγμό, απλώς διότι δεν μπορεί να κάμη αλλιώς σ’ αυτό το ζήτημα, αλλ’ είναι αναγκασμένος να το πράξη, σαν να έφερε ένα ανιαρό φορτίο. Αντί να εκδηλώνη μια τέτοια στάσι ή διάθεσι, πρέπει να υπηρετή πρόθυμα, εκτιμώντας το προνόμιο.
Ο Πέτρος περαιτέρω προειδοποιεί τους ποιμένας ν’ αποφεύγουν το να υπηρετούν για ανέντιμο κέρδος. Μια θέσις επισκοπήσεως συνεπιφέρει ιδιοτύπους πειρασμούς. Πόσο φυσικό είναι για την ιδιοτελή ανθρώπινη φύσι να γίνη κανείς ανέντιμος, επωφελούμενος ιδιοτελώς από τις συνθήκες! Απόδειξις τούτου παρατηρείται στην ιστόρησι που γίνεται από ποιμένας των ημερών του αρχαίου Ισραήλ, στην εποχή του Ιησού και στη δική μας εποχή. Όχι για ν’ αποκομίσουν οι ίδιοι κάποιο κέρδος, αλλά για την αγάπη του Θεού και των προβάτων του, πρόθυμα, πρέπει να υπηρετούν οι ποιμένες.
Ο Πέτρος, θίγοντας μια άλλη ανθρώπινη αδυναμία, προειδοποιεί να μην επιζητούν οι ποιμένες να κατακυριεύουν του ποιμνίου. Πόσο εύκολο είναι να παίρνη κανείς τον εαυτό του πολύ σοβαρά, όταν του δίδεται μια θέσις ευθύνης! Πόσο επιρρεπείς είμεθα ν’ αποκτήσωμε το αίσθημα του δικτάτορος ή προϊσταμένου και να εξουσιάζωμε με αυθαιρεσία! Αυτό θα μπορούσε να συμβή και με κάθε καλή συνείδηση ακόμη, λόγω υπερβολικής εκτιμήσεως ευθυνών. Δίδεται, λοιπόν, στον επίσκοπο η συμβουλή να συμπεριφέρεται, όπως αυτός θα ήθελε να συμπεριφέρωνται και τα πρόβατά του, με ταπεινότητα. Ο Μωσαϊκός νόμος έδινε όμοια διακριτική συμβουλή σ’ εκείνον που εγίνετο βασιλεύς. Έπρεπε να αναγινώσκη κάθε μέρα από τον λόγον του Θεού για να μη θεωρή τον εαυτό του καλύτερο απ’ τους υπηκόους του.—Δευτ. 17:19, 20.
Αληθινά ο λόγος του Θεού είναι «κοπτερώτερος υπέρ πάσαν δίστομον μάχαιραν.» Κόπτει βαθιά, διαιρώντας ή κάνοντας διάκρισι μεταξύ ψυχής και πνεύματος, μεταξύ της ζωής μας ως ανθρώπων και της διανοητικής μας καταστάσεως. Καθιστά γυμνές σ’ εμάς τις σκέψεις και τις προθέσεις των καρδιών μας με αυτές τις ίδιες τις εντολές του περί του τι πρέπει και τι δεν πρέπει να πράττωμε.