Θέτοντας Πρώτα τα Συμφέροντα της Βασιλείας
Η ΕΙΔΙΚΗ εκπαίδευσις που παρέχεται στους επισκόπους των εκκλησιών των μαρτύρων του Ιεχωβά σε μια μηνιαία σειρά μαθημάτων στις Σχολές Διακονίας της Βασιλείας της Εταιρίας Σκοπιά, έγινε δεκτή με ζωηρή εκτίμησι Αλλά για κείνους που είχαν οικογένειες να συντηρήσουν και σε καιρό που η εργασία σπανίζει, το να κάμουν διευθετήσεις για να φοιτήσουν στη σχολή εχρειάσθη ισχυρή πίστι.
Εκείνοι που εφοίτησαν είχαν ν’ αντιμετωπίσουν ένα ερώτημα. Δεν ήταν το ερώτημα του αν θα πήγαιναν στη σχολή· εγνώριζαν την απάντησι σ’ αυτό. Αλλά το ερώτημα ήταν, Θα ήθελε ο κοσμικός εργοδότης των να τους αφήση να λείψουν ένα ολόκληρο μήνα ή και περισσότερο και να έχη ακόμη εργασία γι’ αυτούς στην επάνοδό τους; Οποιαδήποτε κι αν ήταν η απάντησις, εγνώριζαν ότι θα έπρατταν το ορθό θέτοντας πρώτη την υπηρεσία τους στον Θεό.
Μερικοί εργοδόται, όταν έμαθαν ότι ο υπηρέτης εκκλησίας επρόκειτο να τύχη δωρεάν εκπαιδεύσεως για να καταρτισθή για ένα πιο αποδοτικό έργον επισκοπής, εθαύμασαν το ενδιαφέρον που επιδεικνύει η οργάνωσις για κείνους που την εκπροσωπούν. Και μόνο η σκέψις ότι δεν έγινε καμμιά χρηματική επιβάρυνσις για την εκπαίδευσι και για τη στέγασι και διατροφή στη σχολή, τους κατέπληξε. Και ποιος ήταν ο σκοπός της εκπαιδεύσεως; Δεν ήταν εμπορικός σκοπός· όχι για να μπορέση ο επίσκοπος να κερδίση περισσότερα χρήματα για κάποια οργάνωσι, ούτε να κερδίση χρήματα για τον εαυτό του· αλλά για να μπορέση να φροντίση πιο αποτελεσματικά για τις πνευματικές ανάγκες των μελών της εκκλησίας. Το γεγονός ότι η Εταιρία Σκοπιά δίνει την εκπαίδευσι δωρεάν και ο επίσκοπος είναι πρόθυμος να δώση από τον χρόνον του για να τη λάβη έκαμε μερικούς εργοδότας να σκεφθούν ότι το λιγώτερο που μπορούν να κάμουν είναι να προσφέρουν λίγη συνεργασία.
Σε άλλα μέρη εργασίας δεν υπήρξε αυθόρμητη ενθάρρυνσις. Απεδείχθη ότι ήταν μια δοκιμασία πίστεως για τον υπηρέτη εκκλησίας, αλλά δοκιμασία την οποίαν αντιμετώπισε με τη βοήθεια του Ιεχωβά.
Ένας επίσκοπος εκκλησίας από το Φορτ Ουόρθ, Τέξας, αφηγείται την εξής πείρα που είχε: «Όταν έλαβα την πρόσκλησί μου να φοιτήσω στη Σχολή Διακονίας της Βασιλείας στο Σάουθ Λάνσιγκ της Νέας Υόρκης, επλησίασα τον ιδιοκτήτη της επιχειρήσεως, στην οποία εργαζόμουν, και του εζήτησα άδεια απουσίας έξη εβδομάδων. Η απάντησις ήταν ένα πολύ οριστικό Όχι, και όταν επληροφόρησα τον εργοδότη μου ότι θα έφευγα οπωσδήποτε, άρχισε να δίνη αγγελίες για την αντικατάστασί μου ως επόπτου της εμπορικής του οργανώσεως. . . .
»Τη Δευτέρα προτού αναχωρήσω, ο εργοδότης έστειλε υπηρεσιακά υπομνήματα στους δεκαέξη τμηματάρχας να επικοινωνήσουν μαζί μου αμέσως αν η εργασία των απαιτούσε να έλθουν σ’ επαφή μαζί μου, εφόσον θα τελούσα σε άδεια στις προσεχείς έξη εβδομάδες.
»Όταν έλαβα την τελευταία μου επιταγή πληρωμής πριν αναχωρήσω, ερώτησα αν θα μπορούσα να έχω τον μισθό των διακοπών μου, επειδή θα είχε ανάγκη η οικογένειά μου. Ο εργοδότης μου απήντησε, «Υπόθεσε ότι απλώς στέλλω στη σύζυγό σου την επιταγή της επομένης πληρωμής σου και θ’ αποταμιεύσωμε την πληρωμή των διακοπών σου γι’ αυτό το καλοκαίρι εφόσον θ’ αναχωρήσης πιθανώς και πάλι όπως κάνεις κάθε καλοκαίρι’.»
Ο επίσκοπος του Μπούρλιγκτον, Βορείας Καρολίνας, είχε την εξής πείρα: «Όταν εζήτησα ενός μηνός άδεια για να έλθω στη Σχολή Διακονίας της Βασιλείας, ο προϊστάμενός μου μ’ επληροφόρησε ότι αυτός δεν ήθελε να εμποδίση οποιονδήποτε ο οποίος προσπαθεί να υπηρετήση τον Κύριο. Την επαύριον, όμως, ο προσωπάρχης μας μ’ επληροφόρησε ότι θα έχανα τη σειρά προαγωγής και την ασφάλισί μου, αν ελάμβανα μια παρατεταμένη άδεια απουσίας, και αν παρουσιάζετο μια επείγουσα ανάγκη θα έπρεπε να προσλάβουν κάποιον άλλον να με αντικαταστήση. Ωστόσο, εγώ απεφάσισα να έλθω στη σχολή και το εδήλωσα.
»Προτού αναχωρήσω για τη σχολή ήλθε και με βρήκε ο προϊστάμενός μου και μου είπε ότι δεν πρέπει ν’ ανησυχώ ενόσω θα έλειπα εκείνο τον μήνα, ότι η ασφάλισίς μου θα ίσχυε και για μένα και για την οικογένειά μου, και ότι θα είχα προαγωγή, όταν θα επέστρεφα να εργασθώ. Εξέφρασα τις ευχαριστίες μου για όλα όσα είχε κάμει για μένα, αλλά του είπα ότι περισσότερο ενδιαφερόμουν για το έργον της διακονίας, μου παρά για την ανάληψι οποιασδήποτε ευθύνης εκεί, καθώς και ότι λόγω της διακονικής μου δράσεως θα έπρεπε να έχω άλλες δύο εβδομάδες απουσίας το θέρος για να παρακολουθήσω τις συνελεύσεις μας στο Τέξας. Είπε ότι πάντοτε εφρόντιζε για μένα προηγουμένως, και ότι θα μπορούσε κάτι να γίνη κι εφέτος το καλοκαίρι.»
Ένας υπηρέτης εκκλησίας, ο οποίος είναι και σκαπανεύς στη Βόρειο Καρολίνα, γράφει τα εξής: «Η σύζυγός μου κι εγώ υπερεχάρημεν, όταν ήλθε η πρόσκλησις μου να φοιτήσω στη 17η Τάξι της Σχολής Διακονίας της Βασιλείας στη Σάουθ Λάνσιγκ της Νέας Υόρκης. Ήμεθα στο τακτικό έργο σκαπανέως επί μερικά χρόνια, κι εχάρηκα πάρα πολύ που έτυχα εκπαιδεύσεως, η οποία θα εβελτίωνε την ικανότητά μου να παρουσιάσω το άγγελμα της Βασιλείας του Ιεχωβά.
»Ωστόσο, ένα πρόβλημα ηγείρετο στον ορίζοντα. Εργαζόμουν στην . . . εταιρία επί ενάμισυ περίπου έτος, και το είδος εργασίας που επέτρεψε στη σύζυγό μου και σ’ εμένα να εργασθούμε ως σκαπανείς είναι σπάνιο σ’ αυτή την περιοχή. Όταν επλησίασα τον επιθεωρητή του προσωπικού για το ζήτημα της φοιτήσεως στη Βιβλική σχολή, αυτός έγινε σκεπτικός. Ετόνισε αμέσως ότι οι τελευταίοι τρεις που είχαν λάβει πάνω από δύο εβδομάδες άδεια ‘απελύθησαν’. Παρά το γεγονός αυτό, επλησίασα τον περιφερειακό διευθυντή για το ζήτημα της σχολής. Του εξήγησα την εκπαιδευτική αξία των μαθημάτων, τις τάξεις δημοσίων ομιλιών, και τον σκοπό της εκπαιδεύσεως. Όταν του εξήγησα ότι χρειάζομαι τεσσάρων εβδομάδων απουσία για να φοιτήσω στη σχολή, εσκέφθη για λίγες στιγμές και είπε: ‘Γνωρίζω ότι παίρνεις τη θρησκεία σου στα σοβαρά, κι αυτό είναι καλό για κάθε άνθρωπο. Θα κάμω μια εξαίρεσι και θα σ’ αφήσω να πας διότι μου αρέσει η εργασία σου και λόγω της ευδοκίμου υπηρεσίας σου σ’ εμάς.’ Όταν άρχισα να τον ερωτώ για τον μισθό διακοπών μιας εβδομάδος, με διέκοψε λέγοντας, ‘Μην ανησυχής για χρήματα. Εγώ θα συνεχίσω την κανονική πληρωμή σου υπό τον όρον ότι δεν θα το κοινολογήσης στο γραφεία. Εξ άλλου,’ είπε, ‘αυτό είναι μια σπάνια εξαίρεσις.’
»Όταν εξήγησα για τη σχολή στον διοικητή του χώρου σταθμεύσεως ρυμουλκουμένων σπιτιών, όπου κατοικώ, μου είπε ότι δεν θα με χρέωνε ούτε δεκάρα ενόσω θ’ απουσίαζα, και ν’ αφήσω απλώς το ρυμουλκούμενο σπίτι μου εκεί που ήταν.
»Μολονότι λοιπόν κάποτε τα προβλήματά μας φαίνονται σαν βουνά, αν εμπιστευώμεθα στον Ιεχωβά και στην ικανότητά του να λύση τα προβλήματά μας, το μόνο και κύριο μέλημά μας θα είναι να αινούμε τ’ όνομά του επί μάλλον και μάλλον.»
Ο επίσκοπος του Μπωμόν, Καλιφορνίας, γράφει αυτά: «Όταν έλαβα την πρόκλησί μου να έλθω στη Σχολή Διακονίας της Βασιλείας, στο Σάουθ Λάνσιγκ, είχα ανωμαλίες με τις φωνητικές μου χορδές, τις οποίες ο γιατρός περιέγραψε ως ‘λαρυγγίτιδα κήρυκος.’ Το μέσον θεραπείας, είπε, ήταν να παύσω να μιλώ πάρα πολύ. Το μόνο μου εισόδημα προήρχετο από πωλήσεις κι αυτό ήταν σχεδόν μηδέν τους τελευταίους λίγους μήνες, με τη συνήθη συσσώρευσι γραμματίων. Αλλά εισήλθε το πνεύμα του Ιεχωβά, και η σύζυγός μου είπε ότι θα μπορούσε ίσως να εύρη μια εργασία. Αυτό μπόρεσε να το πράξη, και ενώ ο μισθός της δεν θα μπορούσε ν’ αντιμετωπίση όλα τα έξοδα και του ταξιδίου, μας απέδωσε κάτι. Πήρε, λοιπόν, εκείνη το χαρτί και το μολύβι της ως γραμματεύς, κι εγώ πήρα την ποδιά της κι έσωσα τη φωνή μου. Με μια εισφορά από την εκκλησία για την πλήρωσι του κενού, είμαι, με την παρ’ αξίαν αγαθότητα του Ιεχωβά, ικανός να φοιτήσω στη Σχολή Διακονίας της Βασιλείας.»
Ένας υπηρέτης εκκλησίας από το Μπρούκλυν της Νέας Υόρκης είπε ότι σε τρεις χωριστές περιπτώσεις επλησίασε τον εργοδότη του για να ζητήση άδεια απουσίας να φοιτήση στη Σχολή Διακονίας της Βασιλείας. Και τις τρεις φορές του την ηρνήθη ο εργοδότης, την τρίτη φορά μάλιστα η απάντησις ήταν με οργή. Μετά από τρεις μέρες έπρεπε ν’ αναχωρήση για τη σχολή, κι έτσι ο αδελφός επλησίασε πάλι τον εργοδότη του, απαιτώντας αυτή τη φορά την εξόφλησί του, εφόσον επρόκειτο να τον αποχαιρετήση. Σ’ αυτή την περίπτωσι, μετά από μια μακρά συνομιλία, στην οποία εξηγήθη και πάλι ο σκοπός της σχολής, η άδεια απουσίας εχορηγήθη.
Μερικοί, που εφοίτησαν στη σχολή, έχασαν την κοσμική εργασία των, όταν το έπραξαν, αλλά κι αυτοί ακόμη δεν αισθάνονται ως να τους άφησε ο Κύριος να πέσουν. Όχι, διόλου! Τους ευλόγησε πολύ πιο πέρα από τις προσδοκίες των με αγαθά στη Σχολή Διακονίας της Βασιλείας. Ούτε και θα παραλείψη να εισακούση την προσευχή τους στις προσεχείς μέρες, όταν δεηθούν: «Τον άρτον ημών τον επιούσιον δίδε εις ημάς καθ’ ημέραν.» (Λουκ. 11:3) Όπως ο ίδιος ο Ιησούς διεβεβαίωσε, εκείνοι που εκζητούν με ζήλο πρώτα τη βασιλεία του Θεού θα διαπιστώσουν ότι όλα τα άλλα προς το ζην αναγκαία τους προστίθενται.—Ματθ. 6:33.
Το παράδειγμα των επισκόπων αυτών που έθεσαν πρώτα τα συμφέροντα της Βασιλείας είναι ένα ωραίο παράδειγμα. Αυτοί είναι, όπως ο απόστολος Πέτρος είπε ότι πρέπει να είναι: «τύποι του ποιμνίου.» (1 Πέτρ. 5:3) Οι άλλοι, που είναι συνταυτισμένοι με την κοινωνία Νέου Κόσμου, θα μιμηθούν το καλό τους παράδειγμα. Όταν αντιμετωπίζουν περιστάσεις, στις οποίες η κοσμική εργασία θα καθιστούσε ίσως αδύνατο να παρακολουθήσουν μια συνέλευσι του λαού του Ιεχωβά ή όταν η κοσμική εργασία αρχίζη να δυσχεραίνη τις συναθροίσεις εκκλησίας, θα θυμούνται τη συμβουλή που βρίσκεται στην επιστολή προς Εβραίους 13:7: «Ενθυμείσθε τους προεστώτάς σας, οίτινες ελάλησαν προς εσάς τον λόγον του Θεού· των οποίων μιμείσθε την πίστιν, έχοντες προ οφθαλμών το αποτέλεσμα του πολιτεύματος αυτών.»