Δοξάζετε τον Θεόν με την Ομιλία Σας
Πώς μπορεί να γίνη αυτό; Ποια ομιλία ειδικά τον δοξάζει;
Η ΟΜΙΛΙΑ είναι ένα δώρον του Δημιουργού μας, Ιεχωβά Θεού. Όπως όλα τα δώρα του Θεού, και αυτό έχει σκοπό να φέρη δόξα και αίνο στο όνομά του. Εφόσον ζούμε σ’ ένα κόσμο όπου οι άνθρωποι σκέπτονται πολύ λίγο ή καθόλου να αινέσουν τον Θεό, έχομε ανάγκη συνεχούς ενθαρρύνσεως και υπενθυμίσεων για ν’ αναπτύξωμε αυτό το είδος ομιλίας που θα τον δοξάζη.
Σε μερικά μέρη του κόσμου οι άνθρωποι νομίζουν ότι έχουν δικαίωμα να λέγουν ό,τι θέλουν, διότι, όπως λέγουν, «αυτή είναι μια ελευθέρα χώρα.» Εν τούτοις, είναι δυνατόν να γίνη κατάχρησις της ελευθερίας. Όταν ένας κάνη κατάχρησι του δώρου ενός άλλου, προκύπτει συνήθως εξασθένησις του δεσμού της φιλίας μεταξύ των. Τουλάχιστον η εκτίμησις του δωρητού γι’ αυτόν στον οποίον έδωσε το δώρο μπορεί να μειωθή όταν βλέπη πώς γίνεται κατάχρησις του δώρου.
Επομένως, για να μας βοηθήση ν’ αποφύγωμε να κάνωμε κατάχρησι του λόγου που είναι δώρο του Θεού κι’ έτσι να χάσωμε μια καλή στάσι ενώπιόν του, η Γραφή μάς δίνει σπουδαία συμβουλή. Παραδείγματος χάριν, λέγει: «Πάσα πικρία και θυμός και οργή και κραυγή και βλασφημία, ας αφαιρεθή από σας μετά πάσης κακίας.» (Εφεσ. 4:31) Αυτό το είδος λόγου δεν δοξάζει τον Θεό. Επομένως, η Γραφή λέγει να το απομακρύνετε από τη ζωή σας. Οι γονείς δεν πρέπει να βάζουν τις φωνές στα παιδιά των, ούτε τα παιδιά να φωνάζουν το ένα προς το άλλο. Δεν είναι ευάρεστο στον Θεό να ομιλή οποιοσδήποτε μ’ αυτό τον τρόπο.
Υπάρχουν άλλοι τύποι ομιλίας, επίσης, που η Γραφή μάς λέγει ν’ αποφεύγωμε, διότι δεν δοξάζουν τον Θεό. Παραδείγματος χάριν, αναφέρει σχετικά με ωρισμένες γυναίκες: «Ενταυτώ μανθάνουσι να ήναι αργαί, περιερχόμεναι τας οικίας· και ουχί μόνον αργαί, αλλά και φλύαροι και περίεργοι, λαλούσαι τα μη πρέποντα.» (1 Τιμ. 5:13) Αν θέλωμε να δοξάζωμε τον Θεό με την ομιλία μας, τότε δεν μπορούμε να είμεθα τέτοιοι αργοί φλύαροι.
Εξ άλλου, το είδος της ομιλίας που δοξάζει τον Θεό είναι εκείνο που οικοδομεί εκτίμησι, στις καρδιές και τις διάνοιες ανθρώπων για τον Παντοδύναμο Θεό Ιεχωβά. Υπάρχει ομιλία η οποία διδάσκει «μετά πραότητος,» η οποία οδηγεί άλλους «να γνωρίσωσι την αλήθειαν.» (2 Τιμ. 2:25) Αυτό είναι το είδος της ομιλίας που φροντίζαμε σοφά να καλλιεργούμε.
ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΟΜΙΛΙΑΣ ΠΟΥ ΔΟΞΑΖΕΙ ΤΟΝ ΘΕΟΝ
Πώς μπορούμε ν’ αναπτύξωμε ομιλία αυτού του είδους; Πώς μπορούμε να μάθουμε να ομιλούμε μ’ ένα τρόπο που θα φέρη δόξα στον Ιεχωβά Θεό;
Πρώτον, πρέπει να έχωμε ορθά πράγματα στην καρδιά μας, διότι, όπως είπε ο Ιησούς Χριστός: «Εκ του περισσεύματος της καρδίας λαλεί το στόμα.» (Ματθ. 12:34) Ώστε αυτό σημαίνει ότι πρέπει να κάνουμε στοχασμούς επάνω σε κατάλληλα πράγματα. Απαιτείται ν’ ακολουθούμε τη Γραφική συμβουλή: «Όσα είναι . . . σεμνά, όσα δίκαια, όσα καθαρά, όσα προσφιλή, όσα εύφημα, αν υπάρχη τις αρετή, και εάν τις έπαινος, ταύτα συλλογίζεστε.»—Φιλιππησ. 4:8.
Για να σκεπτώμεθα αυτά τα άξια επαίνου, δίκαια πράγματα, απαιτείται προσωπική μελέτη του Λόγου του Θεού όπου συζητούνται αυτά τα πράγματα. Αλλά για να είναι αυτή η μελέτη πραγματικά ωφέλιμη, πρέπει, να γίνεται με κατάλληλο ελατήριο. Όπως εξηγεί η Βιβλική παροιμία: «Η καρδία του δικαίου προμελετά διά να αποκριθή.» (Παροιμ. 15:28) Έτσι, αν κάνωμε στοχασμούς με τον σκοπό ν’ απαντήσωμε σ’ ερωτήσεις, που είναι πιθανόν να έχουν οι άνθρωποι σχετικά με τον Θεό και τους σκοπούς του, ο λόγος μας πράγματι θα δοξάζη τον Ιεχωβά Θεό. Θα οδηγήση άλλους «να γνωρίσωσι την αλήθειαν.»—2 Τιμ. 2:25.
Αλλά επιπρόσθετα στην κατ’ ιδίαν μελέτη του Λόγου του Θεού, είναι, επίσης, αναγκαία η τακτική παρακολούθησις των εκκλησιαστικών συναθροίσεων του λαού του Ιεχωβά, αν πρόκειται να καλλιεργούμε ομιλία η οποία δοξάζει τον Θεό. Η καλή συμβουλή και εκπαίδευσις που λαμβάνεται σ’ αυτές τις συναθροίσεις θα μας βοηθή ν’ απαντούμε σε Βιβλικές ερωτήσεις πιο αποτελεσματικά. Αποκτούμε ένα ευχάριστο αίσθημα όταν μπορούμε να το πράττωμε αυτό. Είναι όπως λέγει η Βιβλική παροιμία: «Χαρά εις τον άνθρωπον δια την απόκρισιν του στόματος αυτού, και λόγος εν καιρώ, πόσον καλός είναι!»—Παροιμ. 15:23.
Η προσευχή, επίσης, είναι ζωτική για την καλλιέργεια ομιλίας που δοξάζει τον Θεό. Ο Χριστιανός απόστολος Παύλος ζητούσε από τους άλλους να προσεύχωνται γι’ αυτόν, «δια να δοθή εις εμέ λόγος . . . να κάμω γνωστόν το μυστήριον του ευαγγελίου.» (Εφεσ. 6:19) Σε μια προηγουμένη περίπτωσι, οι απόστολοι και άλλοι μαθηταί προσευχήθηκαν να μπορούν να λαλούν την αλήθεια με παρρησία, λέγοντας: «Και τώρα, Ιεχωβά, . . . δος εις τους δούλους σου να λαλώσι τον λόγον σου μετά πάσης παρρησίας.»—Πράξ. 4:29, ΜΝΚ.
Ότι αυτή η προσευχή ευαρέστησε τον Θεό φαίνεται σαφώς από την απάντησι του Θεού. Η Γραφή λέγει ότι όταν οι απόστολοι ετελείωσαν την προσευχή των, «εσείσθη ο τόπος όπου ήσαν συνηγμένοι· και επλήσθησαν άπαντες πνεύματος αγίου, και ελάλουν τον λόγον του Θεού μετά παρρησίας.» (Πράξ. 4:31) Έτσι η προσευχή δεν πρέπει να παραβλέπεται ως ένας σπουδαίος παράγων στην έκφρασι ομιλίας, η οποία ευαρεστεί τον Θεόν.
Η ΟΜΙΛΙΑ ΠΡΟΜΗΘΕΥΕΙ ΒΑΣΙ ΓΙΑ ΚΡΙΣΙ
Το αν θ’ αποκτήσωμε την εύνοια του Θεού και την ευλογία του της αιωνίου ζωής εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την ομιλία μας. Η ομιλία είναι κάτι σπουδαίο· είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου. Προμηθεύει βάσι για κρίσι. Ο Ιησούς Χριστός το έδειξε αυτό, όταν είπε στους θρησκευτικούς Φαρισαίους της εποχής του: «Σας λέγω δε, ότι δια πάντα λόγον αργόν, τον οποίον ήθελον λαλήσει οι άνθρωποι, θέλουσιν αποδώσει λόγον δι’ αυτόν εν ημέρα κρίσεως. Διότι εκ των λόγων σου θέλεις δικαιωθή, και εκ των λόγων σου θέλεις καταδικασθή.»—Ματθ. 12:36, 37.
Πόσο ζωτικό είναι, λοιπόν, να εξετάζωμε την ομιλία μας! Δοξάζει πράγματι τον Θεό; Δεν είναι αρκετό να είναι ο λόγος μας απηλλαγμένος από ύβρεις, φωνές, ψεύδη και φλυαρία. Μολονότι αυτό είναι ουσιώδες, μόνο του δεν καθιστά προσφιλή την ομιλία μας προς τον Ιεχωβά Θεό. Δεν είναι απλώς ζήτημα του ν’ απέχη ένας από το να λέγη πράγματα που καταδικάζει ο Θεός· μάλλον, ο λόγος ο οποίος πράγματι δοξάζει τον Θεόν πρέπει να είναι κάτι το θετικό, και να εκφράζη αυτά που ο Θεός θέλει να εκφράζουν οι δούλοι του.
Δεν μπορούμε ν’ αποφύγωμε το γεγονός ότι ο Θεός επιθυμεί ο λαός του να εξαγγέλλη το ευαγγέλιον της ουρανίας κυβερνήσεώς του. Ο Ιησούς Χριστός εκήρυξε την «βασιλείαν του Θεού,» εξηγώντας: «Πρέπει να ευαγγελίσω την βασιλείαν του Θεού· επειδή εις τούτο είμαι απεσταλμένος.» (Λουκ. 4:43) Ο Ιησούς ετόνισε επίσης το ‘τέλος του συστήματος πραγμάτων,’ (ΜΝΚ) και είπε: «Θέλει κηρυχθή τούτο το ευαγγέλιον της βασιλείας εν όλη τη οικουμένη, προς μαρτυρίαν εις πάντα τα έθνη· και τότε θέλει έλθει το τέλος.»—Ματθ. 24:3, 14.
Επομένως, αν θέλωμε την εύνοια του Θεού και αιώνιο ζωή, οφείλομε απλώς ν’ αναγνωρίσωμε την ανάγκη να μιμούμεθα το παράδειγμα του Ιησού Χριστού. Οφείλομε κι’ εμείς να κηρύξωμε το άγγελμα της Βασιλείας όπως το εκήρυττε αυτός, και να μην αισχυνώμεθα για την πορεία της ζωής του ή για το άγγελμα που εκήρυττε. Όπως εξήγησε ο Ιησούς: «Όστις επαισχυνθή δι’ εμέ και τους λόγους μου, δια τούτον ο Υιός του ανθρώπου θέλει επαισχυνθή, όταν έλθη εν τη δόξη αυτού.» Και σε μια άλλη περίπτωσι ο Ιησούς είπε: «Όστις δε με αρνηθή ενώπιον των ανθρώπων, και ο Υιός του ανθρώπου θέλει αρνηθή αυτόν ενώπιον των αγγέλων του Θεού.» (Λουκ. 9:26· 12:9) Πόσο ζωτικό είναι, επομένως, να μη αφήνωμε τίποτε να παρεμβαίνη στη δημοσία διακήρυξί μας σχετικά με τους σκοπούς του Θεού, διότι αυτή είναι η ομιλία η οποία πράγματι δοξάζει τον Θεό.—Ρωμ. 10:10.
ΝΑ ΟΜΙΛΗΤΕ ΜΕ ΠΕΙΣΤΙΚΟ ΤΡΟΠΟ
Το άγγελμα σχετικά με τους σκοπούς του Θεού είναι επείγον. Ακόμη και τον πρώτον αιώνα οι Χριστιανοί είχαν συναίσθησι της επειγούσης ανάγκης να κηρυχθή το ευαγγέλιον της Βασιλείας, και το έπρατταν με παρρησία και πειστικότητα. Για τη διακονία του αποστόλου Παύλου στην πόλι της Εφέσου διαβάζομε: «Εισελθών εις την συναγωγήν ελάλει μετά παρρησίας, διαλεγόμενος τρεις μήνας, και πείθων εις τα περί της βασιλείας του Θεού.» (Πράξ. 19:8) Ναι, ο απόστολος Παύλος προσπαθούσε να πείση τους ανθρώπους, να παραδεχθούν ότι η βασιλεία του Θεού ήταν η μόνη ελπίδα για καλή διακυβέρνησι και ειρήνη. Οφείλομε να κάνωμε το ίδιο.
Σε μια άλλη περίπτωσι, όταν ο απόστολος Παύλος ωμίλησε μπροστά στον Βασιλέα Αγρίππα, η ομιλία του ήταν τόσο συγκινητική ώστε ο βασιλεύς είπε: «Παρ’ ολίγον με πείθεις να γείνω Χριστιανός.» Ο απόστολος Παύλος απήντησε: «Ήθελον εύχεσθαι προς τον Θεόν, ουχί μόνον συ, αλλά και πάντες οι σήμερον ακούοντές με να γείνωσι και παρ’ ολίγον και παρά πολύ τοιούτοι, οποίος και εγώ είμαι.» (Πράξ. 26:28, 29) Ο απόστολος του Ιησού Χριστού επιθυμούσε να γίνουν οι άνθρωποι αληθινοί λάτρεις του Θεού. Σκοπός του ήταν να τους πείση να δεχθούν τις αλήθειες της Γραφής. Αυτός είναι και ο δικός μας σκοπός, επίσης, ως Χριστιανών διακόνων. Επιθυμούμε να πεισθούν οι άνθρωποι να λατρεύουν τον Θεό σε αρμονία με το θέλημα του, και να ελευθερωθούν από την ψευδή θρησκεία.
Ο απόστολος Παύλος ήταν αποτελεσματικός στη διακονία του λόγω της πειστικής εκ μέρους του χρησιμοποιήσεως επιχειρημάτων. Σχετικά με τη διακονία του στη Θεσσαλονίκη η Γραφή λέγει: «Διελέγετο μετ’ αυτών από των Γραφών, εξηγών και αποδεικνύων, ότι έπρεπε να πάθη ο Χριστός και να αναστηθή εκ νεκρών, και ότι ούτος είναι ο Χριστός Ιησούς, τον οποίον εγώ σας κηρύττω. Και τινές εξ αυτών επείσθησαν.» (Πράξ. 17:2-4) Ο απόστολος Παύλος δεν εδιάβαζε απλώς τις Γραφές· ελογικεύετο με τους ανθρώπους επάνω σ’ αυτές τις Γραφικές παραπομπές. Τους έκανε να σκέπτωνται γι’ αυτά. Εξηγούσε και απεδείκνυε τα σημεία χρησιμοποιώντας τις Γραφές.
Για να δοξάζη πράγματι η ομιλία σας τον Θεό, θα θελήσετε να μιμήσθε αυτό το αποστολικά παράδειγμα. Αφού εισαγάγετε στο νου και στην καρδιά σας τα καλά πράγματα του Λόγου του Θεού, θα θέλετε να ομιλήτε σε άλλους πειστικά γι’ αυτά τα πράγματα. Με το να χρησιμοποιήτε την ομιλία σας μ’ αυτό τον τρόπο, θα γίνετε κατάλληλος για αιώνιο ζωή στη δικαία νέα τάξι του Θεού. Έτσι λάβετε την απόφασι να εξαγγέλλετε τους σκοπούς του Θεού αποτελεσματικά σε κάθε ευκαιρία. Αποκτήστε την αμοιβή που προσφέρει ο Θεός σ’ εκείνους οι οποίοι τον δοξάζουν με την ομιλία των.