Ενθυμούμενος τον Πλάστη στις Ημέρες της Νεότητός Μου
Αφήγησις υπό Άλεκ Μπανγκλ
ΟΤΑΝ έλαβα ένα έντυπο αιτήσεως για ολοχρόνια διακονία σκαπανέως κάτω από τη διεύθυνσι της Εταιρίας Σκοπιά, παρετήρησα μια ερώτησι η οποία με έκαμε να σταματήσω. Η ερώτησις έλεγε εάν είχα κάποιον που εξαρτάται από μένα. Προτού απαντήσω σ’ αυτή την ερώτησι ερώτησα τη μητέρα μου, εφόσον εν μέρει εγώ την συντηρούσα. Με μια χαρωπή καρδιά κι ένα χαμόγελο στο πρόσωπο μού είπε:
«Γυιε μου, ήσουν το πρώτο παιδί που γεννήθηκε αφότου εγνώρισα την αλήθεια του Θεού, κι’ αισθάνομαι πολύ σαν την μητέρα του Σαμουήλ η οποία αφιέρωσε τον γυιο της στον Ιεχωβά. Γι’ αυτό, πήγαινε, γυιε μου, και δώσε στον Ιεχωβά τον χρόνο, τη δύναμι και την ενεργητικότητά σου, και είμαι ευτυχής που θα το κάμης τώρα στη διάρκεια της νεότητός σου. Ο Ιεχωβά θα φροντίση για μένα.»
Αυτά τα ενθαρρυντικά λόγια από μια πιστή μητέρα, που εργαζόταν σκληρά, ήσαν αρκετά για μένα. Έκαμαν να τρέξουν δάκρυα από τα μάτια μου, βλέποντας τη μεγάλη πίστι και εμπιστοσύνη που είχε η μητέρα μου στον Ιεχωβά. Δεν ανέβαλα καθόλου, αλλά αμέσως απήντησα στην ερώτησι αυτή και έστειλα την αίτησί μου, η οποία έγινε δεκτή.
Έτσι παραιτήθηκα από την κοσμική εργασία μου, και τον Ιούνιο του 1940, σε ηλικία 21 ετών, πήγα στην πόλι της Νέας Υόρκης για ν’ αρχίσω τη σταδιοδρομία μου ως ολοχρόνιος σκαπανεύς διάκονος εξαγγέλλοντας τη βασιλεία του Θεού. Όσον αφορά τη μητέρα μου, έτυχε καλής φροντίδος ως την ημέρα του θανάτου της το 1965.
ΤΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΩΝ ΜΕ ΒΟΗΘΗΣΑΝ
Η μητέρα μου και ο πατέρας μου είχαν μάθει την αλήθεια του Θεού μεταξύ των ετών 1917 και 1918. Και το παράδειγμά των με βοήθησε πολύ στο να ενθυμούμαι τον Δημιουργό μου στις ημέρες της νεότητός μου. Όταν έβλεπα τον πατέρα και τη μητέρα μου να προσεύχωνται πάντα πριν από κάθε φαγητό και πριν πάνε να κοιμηθούν, αυτό μου έκανε εντύπωσι. Και έκαμα το ίδιο μ’ έναν δικό μου ταπεινό τρόπο.
Ζούσαμε στο Πίτστον της Πενσυλβανίας, και όταν ο πατέρας μου απεσύρθη από την εργασία του το 1931 για λόγους κακής υγείας, διέθεσε τα πέντε χρόνια που απέμειναν από τη ζωή του στο να κηρύττη το ευαγγέλιο της βασιλείας του Θεού ολοχρονίως. Μ’ αυτόν τον τρόπο έδωσε ένα καλό παράδειγμα σε μένα όσον αφορά το πώς να ενθυμούμαι τον Δημιουργό μου στη νεότητά μου.
Ήλθε ο καιρός που επιθυμούσα να δείξω την εκτίμησί μου στον Δημιουργό μου για τα πράγματα που μάθαινα γι’ αυτόν. Έτσι αφιέρωσα σ’ αυτόν τη ζωή μου και το εσυμβόλισα αυτό με το εν ύδατι βάπτισμα το 1938.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη μεγάλη συνέλευσι που παρακολούθησα. Ήταν στο Μάντισον Σκουαίρ Γκάρντεν της Νέας Υόρκης το 1939. Ο τότε πρόεδρος της Εταιρίας Σκοπιά, Ι. Φ. Ρόδερφορδ, έδινε τη δημοσία ομιλία «Κυβέρνησις και Ειρήνη» σ’ ένα ακροατήριο από 18.000. Ύστερα από είκοσι περίπου λεπτά, ένας όχλος με φασιστικό πνεύμα που ακολουθούσε τον Ρωμαιοκαθολικό ιερέα Τσαρλς Κάφλιν προσπάθησε να διαλύση τη συνάθροισι. Άρχισαν ν’ αποδοκιμάζουν, να φωνάζουν και να ωρύωνται, μερικοί μάλιστα φωνάζοντας «Χάιλ Χίτλερ!» Ο πρόεδρος της Εταιρίας δεν φοβήθηκε αλλά θαρραλέα είπε: «Οι Ναζισταί και οι Καθολικοί θα επιθυμούσαν να διαλύσουν αυτή τη συνάθροισι, αλλά με τη χάρι του Θεού δεν μπορούν να το κάμουν.» Η ομιλία δόθηκε ολόκληρη. Όταν είδα το θάρρος και την εμπιστοσύνη που εξεδήλωσαν οι παλαιότεροι Χριστιανοί αδελφοί μου, αυτό έκαμε εντύπωσι στη νεαρή διάνοιά μου και αντελήφθηκα ότι για να είναι κανείς δούλος του Ιεχωβά Θεού, πρέπει να είναι θαρραλέος.
ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΘΑΡΡΟΣ
Λίγο μετά την έναρξι της ολοχρονίου διακονίας μου σκαπανέως, μετετέθην στην Καλιφόρνια για να κηρύξω το ευαγγέλιο εκεί μαζί μ’ έναν άλλο νεαρό Μάρτυρα. Ο διορισμός μας ήταν στην κεντρική Καλιφόρνια, μια εκτεταμένη περιοχή με τρεις μόνο απομονωμένες οικογένειες Μαρτύρων. Ύστερα από μερικούς μήνες πήγα στο Ρεντ Μπλαφ της Καλιφορνίας, για να εργασθώ μαζί με μια μικρή εκκλησία. Όταν εξερράγη ο πόλεμος ύστερα από την επίθεσι στο Περλ Χάρμπορ, οι κάτοικοι του Ρεντ Μπλαφ έγιναν ακόμη πιο εθνικισταί, και προέκυψε εναντίωσις στο έργο μας κηρύγματος της βασιλείας του Θεού. Μια νύχτα μερικοί εναντιούμενοι έσπασαν όλα τα παράθυρα της Αιθούσης Βασιλείας, κατέστρεψαν μερικά καθίσματα και άφησαν τον τόπο αναστατωμένο.
Όταν πήγαινα στη διακονία του αγρού την εποχή εκείνη δεν ήξερα αν θα με συλλάβουν, θα με δείρουν ή θα εναντιωθούν με διαφόρους τρόπους. Όταν προσφέραμε το περιοδικό Η Σκοπιά στις οδούς του Κόρνινγκ της Καλιφορνίας, η Αμερικανική Λεγεών έβαζε νεαρά παιδιά να περιφέρουν σημαίες στους δρόμους και να προσπαθούν να μας αναγκάσουν να τις χαιρετίσωμε. Εξαιτίας της βασισμένης στις Γραφές στάσεώς μας, μερικούς Μάρτυρες τους ελάκτιζαν, τους γρονθοκοπούσαν και τους έλεγαν να φύγουν από την πόλι.
Αργότερα, καθώς ήμουν ενασχολημένος στην υπηρεσία του αγρού μαζί με άλλες τρεις Χριστιανές αδελφές μου στην ίδια πόλι, ένα μέλος της Αμερικανικής Λεγεώνος που είχα συναντήσει στη θύρα του σπιτιού του είπε: ‘Τι κάνεις εδώ εσύ, . . . ; Είσαι νέος και πρέπει να υπηρετής στον στρατό σαν το γυιο μου.’ Κατόπιν βγήκε έξω από το σπίτι και άρχισε να με κλωτσά ως έξω από την αυλή του σπιτιού του, και στον μισό δρόμο του τετραγώνου. Και είπε: ‘Αν πας να σταθής στη γωνιά του δρόμου σήμερα, θα σε σπάσω στο ξύλο.’
Πήγα στον διοικητή της αστυνομίας και τον επληροφόρησα για τις ενέργειες και τις απειλές αυτού του ανθρώπου. Η απάντησίς του ήταν: ‘Εφόσον δεν σε θέλουν σ’ αυτή την πόλι, γιατί δεν φεύγεις;’ Αυτό δεν μας έκαμε ν’ ακυρώσωμε τις διευθετήσεις που είχαμε για το έργο περιοδικού στις οδούς την ημέρα εκείνη. Ύστερα από μισή περίπου ώρα ο άνθρωπος που με είχε κλωτσήσει ήλθε προς την κατεύθυνσί μου με το αυτοκίνητό του, κατέβηκε κάτω και προσπαθούσε να με δείρη. Επειδή ήμουν πολύ νεώτερος απ’ αυτόν, μπόρεσα να τον εμποδίσω από το να με πλησιάση περισσότερο. Σύντομα ένα πλήθος από εβδομήντα πέντε ως εκατό άτομα συγκεντρώθηκαν εκεί. Μερικοί άρχισαν να φωνάζουν, ‘Να τον κατραμώσωμε και να τον γεμίσωμε με φτερά αυτόν τον Μάρτυρα για να δώσωμε ένα μάθημα και στους άλλους.’ Με τη χάρι του Ιεχωβά, μπόρεσα να παραμείνω ήρεμος και άφοβος. Απλώς στεκόμουν και τους παρατηρούσα. Ο διοικητής της αστυνομίας έφθασε τελικά και απεμάκρυνε τον άνθρωπο. Αναχωρήσαμε για το Ρεντ Μπλαφ για να συνεχίσωμε το έργο μας.
Φαίνεται ότι ο Ιεχωβά μού χορηγούσε μια ιδιαίτερη ποσότητα του πνεύματός του στη διάρκεια των ωρών εκείνων της εντάσεως. Αλλ’ όταν αυτή περνούσε είχα μια δοκιμασία όσον αφορά το αν θα εξακολουθούσα να ενθυμούμαι τον Δημιουργό μου ή αν θα φοβόμουν και θα σταματούσα. Εγνώριζα ότι αυτό ήταν μια δοκιμή της πίστεώς μου, γι’ αυτό προσευχόμουν στο Θεό για βοήθεια να υπερνικήσω κάθε φόβο. Εκτός από την προσευχή η μελέτη της Γραφής και η τακτική συναναστροφή με τον λαό του Θεού με βοήθησαν να εποικοδομήσω το θάρρος μου για να συνεχίσω να ενθυμούμαι τον Δημιουργό μου σ’ εκείνο το διορισμό ωσότου η Εταιρία με διώρισε ως ειδικό σκαπανέα στην Νότιο Πασαντήνα της Καλιφορνίας.
ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΙΣ ΤΗΣ ΒΙΑΣ ΤΟΥ ΟΧΛΟΥ
Εκήρυξα τις αλήθειες του Θεού στη Νότιο Πασαντήνα επί ενάμισυ περίπου έτος. Το 1942, ενώ εργαζόμουν εκεί, παρευρέθηκα και σε μια συνέλευσι του λαού του Ιεχωβά στο Κλάμαθ Φωλς, του Όρεγκον, 700 περίπου μίλια βορειότερα. Πενήντα μία άλλες πόλεις είχαν συνδεθή με σύρμα με το Κλήβελαντ του Οχάιο, την κεντρική πόλι. Το Κλάμαθ Φωλς ήταν μια άλλη πολύ πατριωτική πόλις. Ακούαμε φήμες ότι επρόκειτο να διαταράξουν αυτή τη συνέλευσι με οχλαγωγία. Εν τούτοις, όλα πήγαν καλά ως την Κυριακή, οπότε η δημοσία ομιλία, «Ειρήνη—Δύναται να Διαρκέση;» μετεδίδετο με το τηλεφωνικό σύρμα από την κεντρική πόλι. Η ειρηνική κατάστασις δεν διήρκεσε πολύ στο Κλάμαθ Φωλς, διότι ένας όχλος από χιλίους και πλέον ενηλίκους και νεαρούς επετέθη στ’ αυτοκίνητα των Μαρτύρων, τα έσπασε, έβαλαν λοστούς μέσα στα ψυγεία, πήραν όλα τα έντυπα από μέσα καθώς και άλλα πράγματα και τα συγκέντρωσαν όλα μαζί στο μέσον του δρόμου.
Κατόπιν εισέβαλαν στην αίθουσα, πήραν Γραφές, βιβλία και οτιδήποτε άλλο μπορούσαν από το τμήμα των εκδόσεων. Τα έβαλαν όλα μαζί στο δρόμο και άναψαν φωτιά.
Οι οχλαγωγοί προσπαθούσαν να προχωρήσουν ως το κεντρικό κτίριο, αλλά οι Μάρτυρες έκλεισαν όλες τις εισόδους και τις φρουρούσαν. Ο όχλος κατώρθωσε, ωστόσο, να κόψη το τηλεφωνικό σύρμα, έτσι ώστε το υπόλοιπο της ομιλίας που εδίδετο από τον πρόεδρο της Εταιρίας να μεταδοθή από έναν τοπικό Μάρτυρα, ο οποίος ήταν προετοιμασμένος να δώση την ομιλία από χειρόγραφο, αν ήταν ανάγκη. Αυτό εξώργισε τον όχλο περισσότερο ακόμα και άρχισαν να πετροβολούν από τα παράθυρα. Αναγκασθήκαμε να βάλωμε καθίσματα μπροστά από τα παράθυρα ώστε οι πέτρες να μη χτυπούν τους ανθρώπους που ήσαν στο ακροατήριο. Παρ’ όλα αυτά μερικοί είχαν τραυματισθή.
Αυτή η οχλαγωγία συνεχίσθηκε σ’ όλο το υπόλοιπο του απογευματινού προγράμματος, και τελικά η αστυνομία επέτυχε να απωθήση τους όχλους στο δρόμο. Η αστυνομία μάς προειδοποίησε να φύγωμε από το κτίριο και να μη συνεχίσωμε το βραδυνό πρόγραμμα διότι είπαν ότι δεν θα τους ήταν δυνατόν να κρατήσουν κάτω από έλεγχο τον όχλο όταν θα άρχιζε να σκοτεινιάζη. Η συνέλευσις τελείωσε και έπρεπε ν’ ανοίξωμε δρόμο ανάμεσα από τον όχλο για να πάμε στα δωμάτιά μας στα ξενοδοχεία. Έξω από το κτίριο φαινόταν σαν να είχε περάσει τυφών. Μολονότι ήμουν νέος, εγνώριζα ότι ο Ιεχωβά μπορεί να προστατεύση το λαό του, και αυτό το κατάλαβα αμέσως εκεί. Ύστερα από την πείρα που είχα στη συνέλευσι, επέστρεψα στο διορισμό μου και παρέμεινα εκεί ωσότου η οργάνωσις του Ιεχωβά έκρινε κατάλληλο να με στείλη αλλού.
ΓΑΛΑΑΔ ΚΑΙ ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΤΖΑΜΕΪΚΑ
Κατόπιν έλαβα ένα έντυπο αιτήσεως για να φοιτήσω στην ιεραποστολική σχολή της Σκοπιάς Γαλαάδ. Την συνεπλήρωσα και ύστερα από μερικές εβδομάδες έλαβα πρόσκλησι για τη δευτέρα σειρά της Γαλαάδ, που άρχισε τον Σεπτέμβριο του 1943. Στη Γαλαάδ έλαβα βαθύτερη εκτίμησι του Δημιουργού και της οργανώσεώς του. Εκείνοι οι πέντε μήνες της βοηθητικής εκπαιδεύσεως πέρασαν τόσο γρήγορα ώστε, πριν το καταλάβωμε, λάβαμε τους διορισμούς μας και αποφοιτήσαμε τον Ιανουάριο του 1944.
Τέσσερες από μας πήγαμε στο Μοντγκόμερυ της Αλαμπάμα να συνεργασθούμε μαζί με μια εκκλησία. Παρέμεινα στην Αλαμπάμα ως τον Απρίλιο του 1945. Κατόπιν με κάλεσαν στα κεντρικά γραφεία της Εταιρίας στο Μπρούκλυν τον Μάιο του 1945.
Παρέμεινα στο Μπρούκλυν τρεις μήνες και κατόπιν μ’ έστειλαν στην πολιτεία της Οκλαχόμα να υπηρετήσω μερικές εκκλησίες ως «υπηρέτης για τους αδελφούς,» που σήμερα είναι γνωστός ως υπηρέτης περιοχής ή επόπτης. Ήμουν πολύ νέος σε σύγκρισι με πολλούς από τους Χριστιανούς αδελφούς μου τους οποίους υπηρετούσα. Ωστόσο οι Μάρτυρες δεν μ’ έβλεπαν ως ένα νεαρό, αλλά πρόθυμα εδέχοντο τις υποδείξεις που τους έδινα από τον Λογο του Θεού και από την οργάνωσι.
Τον Φεβρουάριο του 1946 έλαβα ειδοποίησι για ένα καινούργιο διορισμό, σε μια ξένη χώρα, στη Τζαμέικα των Δυτικών Ινδιών. Μαζί μου θα είχα ως σύντροφο κι’ έναν απόφοιτο της ιδίας σειράς της σχολής.
Φθάσαμε στη Τζαμέικα στις 10 Μαρτίου 1946. Ύστερα από δυο μέρες ήμουν έξω στη διακονία του αγρού και εργαζόμουν στο τετράγωνο που ήταν κοντά στα γραφεία του τμήματος. Ύστερα από τέσσερες μέρες ήλθαν στη Τζαμέικα οι αδελφοί Νορρ και Φρανζ, ο πρόεδρος και αντιπρόεδρος της Εταιρίας, και είχαμε μια διήμερη συνέλευσι στο Θέατρο Γωρντ στο Κίνγκστον, με ένα ακροατήριο από 1.270 άτομα. Ο πρόεδρος της Εταιρίας έκαμε επίσης διευθετήσεις για να χωρισθή η εκκλησία των διακοσίων Μαρτύρων στο Κίνγκστον, την πρωτεύουσα, σε τρεις εκκλησίες. Αυτή υπήρξε πράγματι η αρχή της επεκτάσεως στη Τζαμέικα. Από τότε είχα τη χαρά να βλέπω εκείνες τις τρεις εκκλησίες ν’ αυξάνουν σε δεκαπέντε εκκλησίες με 1.500 και πλέον διαγγελείς του ευαγγελίου.
Στη διάρκεια των ετών 1946-1950 μου είχε ανατεθή να διαθέτω μέρος του χρόνου μου ως υπηρέτης περιοχής σε μια από τις τέσσερες περιοχές που υπάρχουν εδώ στο νησί και μέρος του χρόνου μου σε εργασία των γραφείων του τμήματος. Την εποχή εκείνη η συγκοινωνία, ιδιαίτερα στις αγροτικές περιοχές, δεν ήταν πολύ καλή. Έτσι ο προεδρεύων διάκονος μιας εκκλησίας ερχόνταν στον σιδηροδρομικό σταθμό να με συναντήση με δυο γαϊδουράκια, το ένα για να μεταφέρη τις αποσκευές μου και το άλλο εμένα. Ανεβαίνοντας ανηφοριές ταξιδεύαμε επί πέντε μίλια και πλέον, και αυτό έκανε εντύπωσι. Οι άνθρωποι διέκοπταν τη δουλειά τους για να δουν ένα λευκό να ταξιδεύη μ’ ένα γαϊδουράκι.
Σε άλλες εκκλησίες φόρτωναν τις αποσκευές μου σ’ ένα γαϊδουράκι, κι’ ένας Μάρτυς ερχόταν μαζί μου να πάρη πίσω το γαϊδουράκι, αφού είχαμε διανύσει πέντε ως δώδεκα μίλια για να φθάσωμε στην επόμενη εκκλησία. Φυσικά το νεαρό της ηλικίας μου με βοηθούσε και πόσο ευτυχής ήμουν ότι ενθυμόμουν τον Δημιουργό μου τότε. Αποτελούσε χαρά για μένα να υπηρετώ τους Χριστιανούς αδελφούς μου.
Μια άλλη ευκαιρία για να διαθέσω μερικό από το νεανικό σθένος μου ήταν το 1950 όταν η Εταιρία έκαμε διευθετήσεις για να επισκεφθούμε ένας άλλος ιεραπόστολος κι’ εγώ το νησί του Γκραντ Καϊμάν, περίπου διακόσια μίλια μακρυά από τη Τζαμέικα. Ταξιδεύαμε με πλοίο. Δεν υπήρχαν μάρτυρες του Ιεχωβά σ’ εκείνο το νησί αλλά υπήρχε πληθυσμός επτά χιλιάδων περίπου κατοίκων. Καλύψαμε κάθε ακρούλα και κάθε γωνιά του νησιού με ποδήλατο, επάνω από σκληρούς και ανώμαλους δρόμους, και διαθέσαμε 1.200 τεμάχια από διάφορη έντυπη ύλη της Γραφής στα χέρια των ανθρώπων μέσα σε έξη εβδομάδες. Λίγο ύστερα από την επίσκεψί μας η Εταιρία έστειλε άλλους ιεραποστόλους εκεί, και σήμερα υπάρχουν δεκατέσσερες διαγγελείς της βασιλείας του Θεού στο νησί αυτό.
Πριν περάση πολύς καιρός από την επιστροφή μου από το Γκραντ Καϊμάν, η Εταιρία μού επρότεινε να εργάζωμαι ολοχρονίως στα γραφεία του τμήματος. Έτσι από το 1951 ως τον Ιανουάριο του 1962 παρέμεινα στα γραφεία του τμήματος στο Κίνγκστον. Στη διάρκεια εκείνης της περιόδου υπηρετούσα επίσης ως προεδρεύων διάκονος σε τρεις διαφορετικές εκκλησίες. Ήταν μια ευλογία να εργάζωμαι μαζί με πολλούς νέους σ’ εκείνες τις εκκλησίες και να τους βοηθώ να θυμούνται τον Πλάστη των.
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΓΑΛΑΑΔ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΥΛΟΓΙΕΣ
Προς το τέλος του 1961 είχα μια δοκιμή της πίστεώς μου. Έλαβα ένα έντυπο αιτήσεως από την Εταιρία για να φοιτήσω στην ειδική δεκάμηνη περίοδο στη Σχολή Γαλαάδ. Το έντυπο της αιτήσεως έλεγε: «Αν συμπληρώσετε αυτό το έντυπο της αιτήσεως και γίνετε δεκτός είναι πιθανόν να μη επιστρέψετε στη χώρα όπου υπηρετείτε τώρα, έτσι αν δεν επιθυμήτε να την εγκαταλείψετε θα ήταν καλύτερο να μη συμπληρώσετε αυτό το έντυπο.» Δεν ήταν εύκολο ν’ αποφασίσω τι θα κάμω.
Αγαπούσα πολύ τους Χριστιανούς αδελφούς μου εδώ και πραγματικά αισθανόμουν σπίτι μου μαζί τους. Τώρα ήμουν ηλικίας σαράντα δύο ετών και δεν ήμουν πια νέος, άλλα μπορούσα να ιδώ εικοσιένα χρόνια πίσω τον καιρό που είχα αρχίσει την ολοχρόνια διακονία σκαπανέως. Μπορούσα να διαπιστώσω ότι ο Ιεχωβά είχε φροντίσει για μένα όλα αυτά τα χρόνια. Έτσι αποφάσισα να δεχθώ να πάω στη Γαλαάδ και πάλι. Πριν περάση πολύ καιρός έλαβα μια επιστολή που με καλούσαν να πάω στο Μπρούκλυν για να παρακολουθήσω τη δεκάμηνη φοίτησι που άρχιζε τον Φεβρουάριο 1962. Όταν έφευγα από τη Τζαμέικα, δεν θα λησμονήσω ποτέ το πλήθος των διακοσίων και πλέον ατόμων που είχαν έλθη στο αεροδρόμιο να με αποχαιρετήσουν. Τους αποχαιρέτησα με ανάμικτα αισθήματα.
Απήλαυσα αυτά τα μαθήματα ακόμη περισσότερο από εκείνα που είχα λάβει το 1943. Έτσι υποσχέθηκα στον Πλάστη ότι θα κάμω χρήσι των όσων έμαθα για ν’ αποδείξω σ’ αυτόν ότι το εκτιμούσα αυτό, οπουδήποτε και αν μ’ έστελναν.
Όταν ο πρόεδρος της Εταιρίας μάς έδωσε τους διορισμούς λίγες εβδομάδες πριν από την αποφοίτησι, η καρδιά μου άρχισε να χτυπά πολύ γρήγορα. Άρχισε με αλφαβητική σειρά, και ήμουν ευτυχής που το οικογενειακό μου όνομα άρχιζε από το γράμμα «Β.» Ήλθε γρήγορα στο «Β» και όταν είπε, «Ο Αδελφός Μπανγκλ θα επιστρέψη στη Τζαμέικα,» αισθάνθηκα πως πετούσα από χαρά. Η καρδιά μου σαν να σταμάτησε για λίγο να χτυπά. Ήταν μια πραγματικά ευτυχισμένη μέρα για μένα.
Σύντομα ήλθε η αποφοίτησις, και πληροφορήθηκα ότι θ’ ανελάμβανα εργασία ως υπηρέτης περιφερείας στη Τζαμέικα. Επέστρεψα στη Τζαμέικα τον Δεκέμβριο του 1962, και ανέλαβα έργο περιφερείας τον Μάρτιο του 1963, και είμαι ευτυχής που μπορώ να πω ότι εξακολουθώ να υπηρετώ σ’ αυτήν την πολύ χαρωπή υπηρεσία ως τώρα.
Επειδή ταξιδεύω σε όλο το νησί, αποτελεί χαρά για μένα να δείχνω τις κινηματογραφικές ταινίες της Εταιρίας Σκοπιά σε χιλιάδες ανθρώπους. Οι άνθρωποι εδώ αγαπούν να βλέπουν ταινίες.
Από τότε που ήλθα σ’ αυτόν τον τόπο του διορισμού μου πριν από είκοσι πέντε και πλέον χρόνια, είχα το προνόμιο να ιδώ την αύξησι του έργου της Βασιλείας εδώ στη Τζαμέικα από 1.000 περίπου Μάρτυρας το 1946 σε 5.500 και πλέον σήμερα.
Καθώς βλέπω πίσω στα τριάντα ένα και πλέον χρόνια αφότου ανέλαβα τη διακονία ολοχρονίου σκαπανέως, διεπίστωσα πόσο αληθινά είναι τα λόγια του ψαλμωδού: «Νέος ήμην, και ήδη εγήρασα, και δεν είδον δίκαιον εγκαταλελειμμένον, ουδέ το σπέρμα αυτού ζητούν άρτον. (Ψαλμ. 37:25) Δεν είμαι ακόμη ηλικιωμένος, και αν είναι θέλημα του Ιεχωβά, αποβλέπω στο να διαθέσω τα υπόλοιπα χρόνια μου όπως διέθεσα τα χρόνια της νεότητός μου—με το να ενθυμούμαι τον Πλάστη μου.