ΑΣΑΪΑΣ
(Ασαΐας) [Ο Γιαχ Έχει Φτιάξει].
1. Απόγονος του Μεραρί, του τρίτου γιου του Λευί, και κεφαλή ενός πατρικού οίκου. Ήταν ένας από τους αρχηγούς των Λευιτών, οι οποίοι αποτέλεσαν μέρος της ομάδας των 862 ατόμων που επιλέχθηκαν για να ανεβάσουν την κιβωτό της διαθήκης στην Ιερουσαλήμ κατά τη δεύτερη (και επιτυχημένη) προσπάθεια του Δαβίδ.—1Χρ 6:29, 30· 15:4-12.
2. Ένας από τους αρχηγούς της φυλής του Συμεών στις ημέρες του Βασιλιά Εζεκία (745-717 Π.Κ.Χ.). Ήταν μεταξύ των Συμεωνιτών που πήραν μέρος στην κατάκτηση μιας πλούσιας κοιλάδας στην περιοχή της Γεδώρ, την οποία ως τότε κατείχαν οι Χαμίτες και οι Μεουνίμ.—1Χρ 4:36-41.
3. Το πρόσωπο αυτό, που αποκαλείται “υπηρέτης του βασιλιά”, ήταν μέλος μιας αντιπροσωπείας πέντε αντρών με επικεφαλής τον Χελκία, τους οποίους έστειλε ο Βασιλιάς Ιωσίας στην προφήτισσα Όλδα για να ρωτήσουν τον Ιεχωβά σχετικά με το νόημα του βιβλίου του Νόμου, το οποίο είχε ανακαλυφτεί πρόσφατα (το 642 Π.Κ.Χ.).—2Βα 22:3, 8, 12-14· 2Χρ 34:20, 21.
4. Ο πρωτότοκος από τους Σηλωνίτες (1Χρ 9:1-3, 5), ο οποίος είναι καταγραμμένος μεταξύ εκείνων που επέστρεψαν από τη Βαβυλώνα μετά την εξορία. Στο εδάφιο Νεεμίας 11:5 αναφέρεται κάποιος Μαασίας ως “Σηλανίτης” απόγονος του Ιούδα, και λόγω της παρόμοιας σημασίας που έχουν τα ονόματα (το όνομα Μαασίας σημαίνει «Έργο του Ιεχωβά») μερικοί πιστεύουν ότι πρόκειται για το ίδιο άτομο το οποίο καταγόταν από τον Σηλά, το νεότερο γιο του Ιούδα από την κόρη του Σιουά του Χαναναίου.—Γε 38:2, 5· βλέπε ΜΑΑΣΙΑΣ Αρ. 17.