Πράξεις των Μαρτύρων του Ιεχωβά στους Συγχρόνους Καιρούς στην Γερμανία
(Από το Βιβλίον του Έτους 1974—Συνέχεια)
ΚΑΤΑ την διάρκεια των ετών εκείνων όταν οι αδελφοί, ειδικώς εκείνοι που ήσαν στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, είχαν «απομονωθή» δύσκολα μπορούσαν να προμηθευθούν μια Γραφή ή άλλη έντυπο ύλη. Έπρεπε να καταβάλλουν προσπάθεια για να ενθυμηθούν τα περιεχόμενα σπουδαίων άρθρων της Σκοπιάς όταν ήσαν αναγκασμένοι να στέκονται επί ώρες στην αυλή, ή τα βράδυα όταν είχαν λίγη ησυχία στους στρατώνες. Η χαρά τους ήταν μεγάλη όταν μπορούσαν κατά κάποιο τρόπο να προμηθευθούν μια Γραφή.
Ο Ιεχωβά κάποτε χρησιμοποιούσε ενδιαφέροντας τρόπους να προμηθεύση μια Γραφή στους δούλους του. Ο Φρανζ Μπιρκ από τον Μαύρο Δρυμό ενθυμείται ότι μια μέρα στο Μπούχενβαλ ένας κοσμικός κατάδικος τον ρώτησε αν θα ήθελε μια Γραφή. Είχε βρη μια σ’ ένα χαρτοεργοστάσιο όπου εργαζόταν. Ο Αδ. Μπιρκ δέχθηκε μ’ ευχαρίστησι την προσφορά.
Ο Αδ. Φράνκε επίσης ενθυμείται πως, το 1943, ένας ηλικιωμένος Ες Ες που είχε συνδεθή με την οργάνωσι αυτή κάτω από πίεσιν πήγε σε μερικούς κληρικούς ζητώντας μια Γραφή. Όλοι τους είπαν ότι λυπούνται που δεν είχαν πια Γραφή. Ήταν βράδυ όταν τελικά συνήντησε ένα κληρικό που του είπε ότι είχε μια Λουθηρανική Γραφή ότι την είχε κρατήσει για ειδικούς λόγους. Ήταν εντούτοις τόσο ευτυχής που ένας Ες Ες έδειξε ενδιαφέρον στη Γραφή, ώστε του είπε ότι μπορούσε να έχη τη Γραφή. Το άλλο το πρωί αυτός ο ασπρομάλλης Ες Ες έδωκε στον Αδ. Φράνκε τη Γραφή, προφανώς χαρούμενος γιατί μπορούσε να δώση το δώρον αυτό σ’ ένα κατάδικο που φρουρούσε.
Με τον καιρό έγινε δυνατόν να εισάγωνται λαθραίως νέα άρθρα της Σκοπιάς στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως του Μπίρκενφελδ αυτό γινόταν ως εξής: Μεταξύ των καταδίκων ήταν ένας αδελφός ο οποίος, λόγω της αρχιτεκτονικής του γνώσεως, εργαζόταν με ένα πολίτη φιλικώς διακείμενον με τους μάρτυρας του Ιεχωβά. Μέσω του φιλικού αυτού ανθρώπου ο αδελφός ερχόταν σε συνάφεια με τους αδελφούς έξω του στρατοπέδου οι οποίοι γρήγορα τον εφωδίαζαν με τις νεώτερες Σκοπιές.
Οι αδελφοί μας στο στρατόπεδο Νόιενγκαμε είχαν παρόμοιες ευκαιρίες. Οι περισσότεροι από τους 70 περίπου αδελφούς διωρίζονταν στο έργο του καθαρισμού μετά τις αεροπορικές επιδρομές στο Αμβούργον. Εκεί στο Αμβούργον μπορούσαν να προμηθευθούν Γραφές και μια φορά βρήκαν τρεις σε διάστημα ολίγων λεπτών. Ο Γ. Κάργκερ, που είχε προσωπικώς την πείρα αυτή, αφηγείται: «Θα ήθελα να σας πω για επιπρόσθετη πνευματική τροφή που μια αδελφή από τη Ντόμπελν μάς έφερε. Είθε να μη ξεχασθή αυτό ποτέ.Ο αδελφός της Χανς Τζάγκερ, ανήκε στον εργατικό μας όμιλο στην Μπέργκεντορφ κοντά στο Αμβούργο, και τον έβαλαν να εργάζεται στο εργοστάσιο σιδήρου της Γκλουνζ. Η εργασία μας ήταν σκληρή και μας επιτηρούσαν αυστηρά. Παρ’ όλον αυτό, ο Αδ. Τζάγκερ επέτυχε, να εξάγη λαθραίως μια επιστολή πληροφορώντας την αδελφή του που θα ήταν το μεσημέρι. Η αδελφή του πήρε το τραίνο για το Αμβούργο και με μεγάλη προσοχή ήλθε στο μέρος που εργαζόμεθα. Επέτυχε να διαθέση τα ζητηθέντα περιοδικά στα χέρια μας, και έτσι χωρίς να το εννοήσουν οι Ες Ες φύλακές μας, αλλά χάρις στην επιτήρησι του Ιεχωβά, τα πολύτιμα περιοδικά εφέρθησαν στο στρατόπεδο χωρίς να ανακαλυφθούν.»
Ο καθένας μας σοφιζόταν διάφορους τρόπους, και με την παρέλευσι του καιρού υπήρχαν αρκετές Γραφές στο στρατόπεδο. Ένας αδελφός έγραψε στη σύζυγό του στο Ντάνζιγκ ότι αποθύμησε να φάγη λίγο «Έλμπερφελντερ ψωμί τζίντζερ,» και μαζί με το δέμα τροφίμων (που οι αδελφοί μπορούσαν να λαμβάνουν στο στρατόπεδο τον καιρό εκείνο) έλαβε μια Γραφή Έλμπερφελντερ προσεκτικά ψημένη μέσα σε ψωμί τζίντζερ. Μερικοί είχαν επαφή με καταδίκους που εργάζονταν στο μέρος που έκαιαν τους νεκρούς. Αυτοί ανέφεραν ότι πολλά βιβλία και περιοδικά εκαίοντο εκεί, και έτσι οι αδελφοί έκαμαν διευθετήσεις κρυφά να παίρνουν τις Γραφές και τα περιοδικά, ανταλλάσσοντες αυτά με μερικά από τα τρόφιμά τους.
Στο Σάξενχαουζεν μερικές Γραφές έπεσαν στα χέρια των αδελφών καθ’ αν χρόνον ήσαν ακόμη σε «απομόνωσι.» Όσο περίεργο και αν φαίνεται, η απομόνωσις αποδείχθηκε ότι ήταν προστασία στην περίπτωσι αυτή, διότι ένας αδελφός όχι μόνο διωριζόταν να φυλάττη την πόρτα που ωδηγούσε στην περιφέρεια της απομονώσεως αλλ’ επίσης είχε το κλειδί και ως εκ τούτου έπρεπε να κλείνη και ν’ ανοίγη την πόρτα. Υπήρχαν επτά μεγάλα τραπέζια σ’ ένα δωμάτιο γύρω στα οποία κάθιζαν 56 αδελφοί. Επί αρκετόν χρόνον ένας αδελφός έδινε δεκαπέντε λεπτών σχόλια επί του ημερησίου εδαφίου καθ’ αν χρόνον οι άλλοι αδελφοί επρογευμάτιζαν. Αυτό γινόταν εκ περιτροπής μεταξύ των τραπεζιών και των αδελφών που κάθονταν σ’ αυτές. Αυτά τα σχόλια κατόπιν ήταν το θέμα της συζητήσεως όταν οι αδελφοί αναγκάζονταν να στέκωνται επί ώρες στην αυλή.
Κατά τον δριμύ χειμώνα του 1939/1940 οι Μάρτυρες παρεκάλεσαν τον Ιεχωβά στην προσευχή για το ζήτημα αυτό της εντύπου ύλης, και, ιδού, ένα θαύμα! Ο Ιεχωβά έθεσε το προστατευτικό του χέρι πάνω σ’ ένα αδελφό ο οποίος μπόρεσε να εισαγάγη λαθραίως τρεις Σκοπιές στην «απομόνωσι» μέσα στο ξύλινο σκέλος του, και αυτό παρά την προσεκτική εξέτασι. Μολονότι οι αδελφοί έπρεπε να σύρωνται κάτω από τα κρεββάτια τους και να διαβάζουν στο φως ενός φλας καθ’ ον χρόνον άλλοι ήσαν φύλακες στα δεξιά και στ’ αριστερά, αυτό ήταν απόδειξις της θαυμάσιας κατευθύνσεως του Ιεχωβά. Καθώς ένας καλός Ποιμήν, αυτός δεν εγκαταλείπει τον λαόν του.
Τον χειμώνα του 1941/1942, όταν οι αδελφοί ελευθερώθηκαν από την «απομόνωσι», επτά Σκοπιές που διαπραγματεύονταν με τα κεφάλαια 11 και 12 του Δανιήλ, το πρώτο τεύχος που συζητούσε τον Μιχαία, ένα βιβλίο τιτλοφορούμενο Σταυροφορία Εναντίον της Χριστιανοσύνης και ένα Δελτίον όλα έφθασαν ταυτοχρόνως. Αυτό ήταν αληθινά ένα δώρο από τον ουρανό γιατί, μαζί με τους αδελφούς των σε άλλες χώρες, μπορούσαν τώρα να λάβουν μια σαφή κατανόησι του «βασιλέως του νότου» και του «βασιλέως του βορρά.»
Λόγω του γεγονότος ότι κατάδικοι που δεν ήσαν στην «απομόνωσι» ήσαν ελεύθεροι τα απογεύματα της Κυριακής και ο πολιτικός αρχηγός πήγαινε σε άλλους στρατώνες να δη τους φίλους του το απόγευμα εκείνο, ήταν δυνατόν για τους αδελφούς να διευθύνουν την μελέτη της Σκοπιάς κάθε Κυριακή επί αρκετούς μήνες. Κατά μέσον όρον, 220 μέχρι 250 αδελφοί συμμετέσχον στη μελέτη αυτή, ενώ 60 ως 70 εφύλαγαν την οδό ως την είσοδο του στρατοπέδου, και όταν ηγείρετο κίνδυνος θα έδιδαν ένα ωρισμένο σήμα. Έτσι ποτέ δεν υπέστησαν αιφνηδιασμό από τους Ες Ες κατά την διάρκεια της μελέτης των. Οι αδελφοί τόσον πολύ είχαν εντυπωσιασθή από τις θαυμάσιες εξηγήσεις σχετικά με την προφητεία του Δανιήλ κεφάλαια 11 και 12 ώστε, στο τέλος, έψαλλαν δημοτικά άσματα ανάμικτα με ύμνους της Βασιλείας για να μη υποψιασθή ο φρουρός που στέκονταν λίγα μέτρα μακρύτερα· μάλλον αυτός απελάμβανε την ωραία υμνωδία. Φαντασθήτε προς στιγμήν: Την φωνήν 250 ανδρών οι οποίοι, μολονότι φυλακισμένοι, στην πραγματικότητα ελεύθεροι, να ψάλλουν με όλη τους την καρδιά ύμνους προς αίνον του Ιεχωβά. Τι σκηνοθεσία! Δεν θα έψαλλαν μαζί και οι άγγελοι στον ουρανό;