Όταν Δύο Πολιτείες Κάηκαν
Η ΠΡΟΒΛΕΨΗ για τη μέγιστη θερμοκρασία για τη μέρα εκείνη ήταν 43 βαθμοί Κελσίου. Η προβλεπόμενη ταχύτητα του ανέμου: 37 κόμβοι. Η υγρασία ήταν λιγότερο από 10 τα εκατό. Η Αυστραλία, που είναι ήδη γνωστή σαν η πιο ξηρή ήπειρος της γης, περνούσε μια από τις χειρότερες ξηρασίες της στα χρόνια που πέρασαν. Βάλτε όλους αυτούς τους παράγοντες μαζί και θα έχετε αυτό που οι περισσότεροι Αυστραλοί (και οι ασφαλιστικές εταιρίες) τρέμουν—τις δημιουργίες ερημωτικής φωτιάς στις θαμνώδεις εκτάσεις που ξεπερνούν τους χειρότερους εφιάλτες!
Κι αυτό ακριβώς συνέβη την πρώτη Τετάρτη της Σαρακοστής, 16 Φεβρουαρίου 1983, όταν δύο Αυστραλέζικες πολιτείες της Νότιας Αυστραλίας και η Βικτώρια παραδόθηκαν γενικά στη φωτιά. Ο τελικός απολογισμός σε θανάτους ήταν: 71 άνθρωποι, 36.000 γελάδια και 320.000 πρόβατα. Παραπάνω από 2.000 σπίτια καταστράφηκαν.
Το μεγαλύτερο μέρος της κόλασης αυτής άρχισε, όπως πιστεύουν, από την αυτόματη ανάφλεξη από υλικό το οποίο βρισκόταν στο ξερό σαν φυτίλι έδαφος. Από τη στιγμή που αρχίζει, υπάρχει κάτι ιδιόρρυθμο που συμβαίνει μόνο στις φωτιές των θάμνων της Αυστραλίας. Το καύσιμο υλικό είναι σχεδόν αποκλειστικά το κομμεόδεντρο, που είναι πλούσιο σε ευκαλυπτέλαιο. Το δέντρο κυριολεκτικά εκρήγνυται σαν μια βολίδα, και καθώς οι άνεμοι παρασύρουν τις φλόγες, αυτές στροβιλίζονται και αγκαλιάζουν καθετί στο δρόμο τους. Η φωτιά αυτή χρονομετρήθηκε ότι ταξίδευε ανάμεσα από τους ευκαλύπτους με ταχύτητα 72 χιλιόμετρα την ώρα, πηδώντας πάνω απ’ όλες τις ζώνες ασφαλείας. Οι φλόγες έτρεχαν με τρομακτικό θόρυβο, που ένα άτομο το παρομοίασε με «20.000 τρένα που τρέχουν σαν τρελά.»
Απλώθηκε πανικός καθώς οι δρόμοι έκλεισαν ή μπλοκαρίστηκαν. Τυφλωμένοι από τον πυκνό τσουχτερό καπνό και τη στάχτη, πολλοί άνθρωποι δεν μπορούσαν να διακρίνουν πού ακριβώς ήταν η φωτιά, προς ποια κατεύθυνση κινιόταν ή με ποια ταχύτητα. Κατόπιν ξαφνικά βρίσκονταν μπροστά στη φωτιά. Οι τηλεφωνικές γραμμές είχαν πέσει ή είχαν λιώσει. Συχνά το μόνο που κατάφερναν να γνωρίζουν οι άνθρωποι σχετικά με τις φωτιές ήταν αυτά που άκουγαν από το φορητό ραδιόφωνο ή από το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου τους—πληροφορίες που συνήθως έρχονταν πολύ αργά. Τα 13 ελικόπτερα και τα 13 άλλα αεροσκάφη που χρησιμοποιούσαν οι πυροσβέστες εμποδίζονταν από τον καπνό και από τους θυελλώδεις ανέμους. Οι προβολείς επίσης ήταν άχρηστοι μέσα στην πυκνή κίτρινη ομίχλη του καπνού.
Έλπιζαν ότι ο άνεμος θα έπαυε την Τετάρτη το απόγευμα. Απεναντίας, άλλαξε κατεύθυνση και αύξησε την ταχύτητα του σε 89 χιλιόμετρα την ώρα, μπλοκάροντας πολλούς που νόμιζαν ότι ήταν εκτός κινδύνου. Σε αρκετές κωμοπόλεις είπαν σ’ όλους να πάνε με το αυτοκίνητό τους σε τοπικά γήπεδα ή στις αυλές σχολείων, να βρέξουν τα ρούχα τους και να παραμείνουν μέσα στο αυτοκίνητό τους. Από εκεί παρακολουθούσαν ολόκληρη την πόλη τους να καίγεται μέχρι το έδαφος, ανάμεσα σ’ όλα τα άλλα και τους πυροσβεστικούς σταθμούς. Η ακτινοβολία της θερμότητας ήταν τόσο έντονη ώστε μερικοί νόμισαν ότι δεν θα τα κατάφερναν να επιζήσουν ούτε και στη μέση ενός ποδοσφαιρικού γηπέδου!
Σε μια πόλη-θέρετρο δίπλα στον ωκεανό, οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να τρέξουν μέσα στον ωκεανό και να μείνουν εκεί παγωμένοι μέσα στο νερό επί δύο ώρες προτού μπορέσουν να επιστρέψουν με ασφάλεια στα αβαθή και στην ακτή. Τα μήλα ψήθηκαν πάνω στα δέντρα καθώς περνούσαν οι φωτιές ανάμεσα από τους δενδρόκηπους. Οι αγελάδες που επέζησαν είχαν τόσο πολύ καψαλισμένους τους μαστούς τους ώστε είχαν καταντήσει άχρηστες. Μέσα στην ανυπόφορη ζέστη, οι πυροσβέστες σταματούσαν τα φορτηγά τους, έβγαιναν έξω και κατάβρεχαν ο ένας τον άλλο με το λάστιχο. Για μερικούς τα αυτοκίνητά τους χρησίμευσαν για να τους σώσουν τη ζωή. Άλλοι, ανάμεσα τους και 12 πυροσβέστες που βρέθηκαν αργότερα μέσα και κάτω από τα φορτηγά τους, παγιδεύτηκαν και κάηκαν ζωντανοί καθισμένοι μέσα στα αυτοκίνητά τους.
Από τις 17 εκκλησίες των Μαρτύρων του Ιεχωβά που βρίσκονταν στην περιοχή της φωτιάς, μόνο μια οικογένεια και μια γυναίκα έχασαν το σπίτι τους. Ευτυχώς κανείς δεν έχασε την ζωή του. Η βοήθεια που προσφέρθηκε από τις Κυβερνητικές υπηρεσίες και από τους συγχριστιανούς τους ήταν τόσο μεγάλη ώστε μέσα σε λίγες μέρες έφτασαν να πουν «φτάνει»—τέτοια ήταν η γενναιοδωρία με την οποία οι άλλοι άνθρωποι ανταποκρίθηκαν στο να βοηθήσουν με υλικό τρόπο τα θύματα.
Βέβαια, οι άνθρωποι αντιδρούν με διαφορετικούς τρόπους βλέποντας όλα τα υλικά τους αποκτήματα να χάνονται μέσα σε μια στιγμή. Οι περισσότεροι περνούν μέσα από τέσσερα γενικά στάδια: μούδιασμα και σοκ, κατάθλιψη, θυμό (ιδιαίτερα όταν μερικοί έμαθαν ότι η φωτιά στην περιοχή είχε μπει εξεπίτηδες) και, τέλος, την επιθυμία να οικοδομήσουν και να ξαναρχίσουν. Υπολογίζεται, ωστόσο, ότι θα απαιτηθούν 30 χρόνια για να ξαναγίνει το δάσος.
Έγιναν επίσης και σκέψεις σχετικά με το αν ο Θεός είχε κάποια συμμετοχή στα ζητήματα αυτά. Μήπως ήταν αληθινά οι φωτιές αυτές «θεομηνίες» όπως τις ονομάζουν οι ασφαλιστικές εταιρίες; «Γιατί ενώ σώθηκε το μπαρ, η εκκλησία και το παντοπωλείο και το πρακτορείο εφημερίδων έγιναν παρανάλωμα πυρός;» ρώτησε ένας συγγραφέας. Άλλοι αναρωτιούνταν γιατί οι φλόγες τύλιξαν ένα σπίτι ενώ το αμέσως διπλανό ούτε καν το άγγιξαν. Αλλά εκείνοι που γνωρίζουν τον Λόγο του Θεού θυμήθηκαν ότι «καιρός και περίστασις συναντά εις πάντας αυτούς.»—Εκκλησιαστής 9:11.
Η καταστροφή έκανε πολλούς ανθρώπους να σκεφτούν σοβαρά ότι η ζωή και τα γήινα αποκτήματα είναι παροδικά. Μερικοί, με θλίψη, θρήνησαν πολύ για τις απώλειές τους—τα αποκτήματά τους που είχαν εργαστεί τόσο σκληρά για να τα αποκτήσουν. Άλλοι, ευτυχισμένοι που έσωσαν τη ζωή τους, ήταν έτοιμοι να ξαναχτίσουν πάνω στις στάχτες. Κι εκείνοι που η ελπίδα τους βρίσκεται στην υπόσχεση του Θεού για αιώνια ζωή σε μια παραδεισένια γη ισχυροποίησαν την απόφασή τους να συνεχίσουν να αποδίδουν στον Θεό ‘ιερή υπηρεσία με θεοσέβεια και ευλάβεια.’—Εβραίους 12:28· Αποκάλυψις 21:3, 4.