ΡΑΒΔΟΥΧΟΣ
Υπηρέτης με επίσημο αξίωμα, του οποίου καθήκον ήταν να συνοδεύει έναν Ρωμαίο διοικητή δημοσίως και να εκτελεί τις εντολές του. Η λέξη ῥαβδοῦχος του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου σημαίνει κατά κυριολεξία «αυτός που φέρει ράβδο». (Πρ 16:35, 38) Ο αντίστοιχος ρωμαϊκός όρος ήταν lictor. Ως έμβλημα του αξιώματός τους και σύμβολο της εξουσίας του διοικητή, οι ραβδούχοι στις ρωμαϊκές αποικίες έφεραν μια δέσμη ράβδων (fasces) από φτελιά ή σημύδα οι οποίες ήταν δεμένες γύρω από τη λαβή ενός πέλεκυ, ενώ η λεπίδα του πέλεκυ προεξείχε από το πλάι της δέσμης.
Κάποια από τα καθήκοντα των Ρωμαίων ραβδούχων ήταν αστυνομικής φύσης, αλλά αυτοί διέφεραν από τους σημερινούς αστυνομικούς κατά το ότι ήταν αυστηρά προσκολλημένοι στο διοικητή και είχαν την ευθύνη να τον υπηρετούν συνεχώς. Δεν αναμενόταν από αυτούς να ανταποκρίνονται στο κάλεσμα του κοινού, αλλά μόνο στις προσταγές του διοικητή τους.
Όταν ο διοικητής εμφανιζόταν δημοσίως, οι ραβδούχοι του ανάγγελλαν την άφιξή του, άνοιγαν για αυτόν δρόμο μέσα από το πλήθος και φρόντιζαν να του αποδίδονται οι πρέπουσες τιμές. Φρουρούσαν το σπίτι του διοικητή, μετέφεραν τα μηνύματά του, καλούσαν τους παραβάτες του νόμου να εμφανιστούν ενώπιόν του και συλλάμβαναν παρανόμους, τους οποίους μερικές φορές μαστίγωναν.
Τυπικά, οι ραβδούχοι κατείχαν το αξίωμά τους επί έναν χρόνο αλλά, στην πραγματικότητα, πολλές φορές υπηρετούσαν επί μεγαλύτερο διάστημα. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν απελεύθεροι. Οι Ρωμαίοι ραβδούχοι απαλλάσσονταν από τη στρατιωτική υπηρεσία και έπαιρναν μισθό για την υπηρεσία τους.
Εφόσον η πόλη των Φιλίππων ήταν ρωμαϊκή αποικία, κυβερνιόταν από αυτοκρατορικούς διοικητές. Αυτοί οι διοικητές της πόλης διέταξαν το ραβδισμό του Παύλου και του Σίλα. Την επόμενη ημέρα έστειλαν τους ραβδούχους να δώσουν εντολή να αφεθούν ο Παύλος και ο Σίλας ελεύθεροι. Εντούτοις, ο Παύλος αρνήθηκε να δεχτεί τη βοήθεια των ραβδούχων και απαίτησε να παραδεχτούν οι ανώτεροί τους, οι διοικητές της πόλης, την αδικία που είχε γίνει.—Πρ 16:19-40· βλέπε ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΠΟΛΗΣ.