ΚΟΛΛΥΡΙΟ
Αλοιφή την οποία έβαζαν στα μάτια λόγω των θεραπευτικών της ιδιοτήτων. Στην Αγία Γραφή η λέξη αυτή χρησιμοποιείται με μεταφορική έννοια. Στους πνευματικά τυφλούς Χριστιανούς της εκκλησίας της Λαοδίκειας δόθηκε η παρότρυνση να αγοράσουν “κολλύριο για να αλείψουν τα μάτια τους, ώστε να βλέπουν”. (Απ 3:17, 18) Η αντίστοιχη λέξη κολλούριον του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου σημαίνει κατά κυριολεξία κουλούρι ή στρογγυλό ψωμάκι, πράγμα που υπονοεί ότι πιθανώς τα κολλύρια ήταν σκευάσματα αυτού του σχήματος. Δεδομένου ότι η Λαοδίκεια ήταν φημισμένη για την ιατρική σχολή της και επίσης ήταν πιθανότατα ο τόπος όπου παρασκευαζόταν το οφθαλμικό φάρμακο γνωστό ως τέφρα φρυγία, η εισήγηση προς τους εκεί Χριστιανούς να αγοράσουν κολλύριο θα είχε ιδιαίτερο νόημα για αυτούς.