ΦΤΥΑΡΙ
Εργαλείο με μακριά λαβή που χρησιμεύει στη μετατόπιση συσσωρευμένων υλικών. Στη σκηνή της μαρτυρίας χρησιμοποιούσαν φτυάρια φτιαγμένα από χαλκό για να μαζεύουν τις στάχτες από το θυσιαστήριο του ολοκαυτώματος. (Εξ 27:1-3· 38:3· Αρ 4:14) Την ίδια χρήση είχαν τα χάλκινα φτυάρια που έφτιαξε ο κατά το ήμισυ Εβραίος και κατά το ήμισυ Φοίνικας τεχνίτης Χιράμ για το ναό του Σολομώντα. (1Βα 7:13, 14, 40, 45) Τα φτυάρια αυτά ήταν ανάμεσα στα σκεύη του ναού τα οποία πήραν οι Βαβυλώνιοι το 607 Π.Κ.Χ.—2Βα 25:8, 14· Ιερ 52:18.
Με φτυάρια—πιθανώς ξύλινα—γινόταν το λίχνισμα των σιτηρών. (Ησ 30:24) Το πλατύ φτυάρι για το λίχνισμα το χρησιμοποιούσαν στο αλώνι για να φτυαρίζουν τα αλωνισμένα σιτηρά πετώντας τα στον αέρα αντίθετα στη φορά του ανέμου, ο οποίος παρέσυρε ό,τι ήταν άχρηστο, όπως το άχυρο, ενώ οι κόκκοι έπεφταν στο αλώνι. Ο Ιωάννης ο Βαφτιστής παρουσίασε προφητικά τον Μεσσία να κρατάει στο χέρι του ένα συμβολικό φτυάρι για λίχνισμα, με το οποίο θα χώριζε το αλληγορικό «σιτάρι» από το «άχυρο».—Ματ 3:1, 12· βλέπε ΛΙΧΝΙΣΜΑ.