«Τις Είναι Μεταξύ σας Σοφός και Επιστήμων;»
ΑΝ ΕΠΡΟΚΕΙΤΟ ν’ απευθύνωμε σε μισή δωδεκάδα ανθρώπους αυτό το ερώτημα που προβάλλεται από τον Ιάκωβο 3:13, θα ελαμβάναμε πιθανώς ισάριθμες διάφορες απαντήσεις. Ο ένας μπορούσε ν’ απαντήση: Ένας αληθινά σοφός είναι ο άνθρωπος των γραμμάτων, ένας που επέρασε απ’ τις τάξεις μιας ανωτάτης σχολής ή του Πανεπιστημίου και πήρε δίπλωμα. Ο άλλος θα μας έλεγε ότι αληθινά σοφός είναι εκείνος που έχει στο νου του τα συμφέροντα της χώρας του και ο οποίος συνεπώς αναλαμβάνει την πολιτική ως σταδιοδρομίαν του και κατόπιν αφοσιώνει όλες τις προσπάθειες του στο να φθάση ένα υψηλό πολιτικό αξίωμα στο οποίο μπορεί να υποβοηθήση στη διαμόρφωσι της πορείας της χώρας του και του προορισμού των συνανθρώπων του. Άλλος πάλι θα απαντούσε έτσι: Το χρήμα είναι ασφάλεια! Συνεπώς, η σοφή πορεία είναι να μπη κανείς στο εμπόριο και τότε να συσσωρεύση όσο το δυνατόν περισσότερο υλικό πλούτο. Αυτή η πορεία, λέγει, σημαίνει ασφάλεια και για τον εαυτό του και για την οικογένειά του.
Όλοι αυτοί οι άνθρωποι μπορεί να είναι σοφοί κατά τη σοφία του κόσμου τούτου, αλλά στην ανάληψι του έργου της ζωής των η σχέσις των με τον Δημιουργό δεν λαμβάνεται υπ’ όψι. Ο καθείς υποκινείται από ιδιοτέλεια υπό τη μία ή την άλλη μορφή. Αν πιστεύουν στην ύπαρξι ενός Δημιουργού δεν σταματούν για να σκεφθούν τι αναμένει ο Δημιουργός των απ’ αυτούς και πόσο καλύτερα μπορούν να τον ευαρεστήσουν. Μπορεί να κατορθώσουν ν’ αποκτήσουν πλούτον, εξουσία, επιρροή ή δημοτικότητα, αλλά τι τους ωφελεί αυτό; Ο Ιησούς απήντησε σ’ αυτό το ερώτημα στο Ματθαίος 16:26: «Επειδή τι ωφελείται άνθρωπος, εάν τον κόσμον όλον κερδήση, την δε ψυχήν αυτού ζημιωθή;» Στο τέλος δεν ωφελούνται τίποτα. Επί πλέον, η σοφία των δεν είναι μονίμου φύσεως. Πολλή απ’ αυτή δεν είναι σε αρμονία με τους Θείους κανόνες, ούτε με τις δίκαιες αρχές που εκτίθενται στο λόγο του. Επομένως ‘η σοφία των σοφών θέλει απολεσθή.’ (1 Κορ. 1:17-27) Οι διαλογισμοί εκείνων που δεν υπολογίζουν τον Θεό είναι μάταιοι και χωρίς μόνιμη αξία.
Ποιος, λοιπόν, είναι αληθινά σοφός; Σοφός είναι εκείνος που εκζητεί σοφίαν άνωθεν. (Ιάκ. 3:15-18) Ο Ιεχωβά Θεός είναι η αληθινή πηγή της αληθινής σοφίας. Οι σκέψεις και οδοί αυτού είναι πολύ υψηλότερες των ανθρωπίνων. Η σοφία είναι μια από τις θεμελιώδεις ιδιότητές του. «Διότι αι βουλαί μου δεν είναι βουλαί υμών, ουδέ οδοί υμών αι οδοί μου, λέγει Κύριος. Αλλ’ όσον είναι υψηλοί οι ουρανοί από της γης, ούτως αι οδοί μου είναι υψηλότεροι των οδών υμών, και αι βουλαί μου των βουλών υμών.»—Ησ 55:8, 9.
Πώς μπορεί ν’ αποκτηθή αυτή η σοφία; Δεν είναι κανείς γεννημένος μ’ αυτή. Πρέπει ν’ αποκτηθή. (Δευτ. 17:18, 19) Αυτό ίσχυε και για τον ίδιο τον Υιό του Θεού. (Λουκ. 2:52) Η γνώσις του απεκτήθη με τη μελέτη του λόγου του Πατρός του. Ο Ιησούς κατετοπίσθη καλά στον Θείο λόγο. Κατόπιν της μελέτης του μπορούσε καθαρά να εννοήση γιατί εστάλη στη γη και ποιος ήταν ο σκοπός του Θεού γι’ αυτόν. Ο Ιησούς δεν εξέλεξε ο ίδιος την πορεία του στη ζωή. Εξετίμησε τη σχέσι του με τον Πατέρα του, ως απεσταλμένος από Εκείνον, και ότι η αποστολή του στη ζωή ήταν να κάνη το θέλημα του Πατρός του.
Επειδή ο Χριστός Ιησούς ανεγνώριζε τη θέσι του Πατρός του ως του μεγάλου παγκοσμίου Κυριάρχου, κι επειδή κατανοούσε την υποχρέωσι του πλάσματος να υπακούη στον Πλάστη, ο Ιησούς έκαμε αφιέρωσι στον Ιεχωβά: «Ιδού, έρχομαι, . . . δια να κάμω, ω Θεέ, το θέλημά σου.» (Εβρ. 10:7) Τι ήταν αυτό το θέλημα; «Εγώ δια τούτο εγεννήθην; και δια τούτο ήλθον εις τον κόσμον, δια να μαρτυρήσω εις την αλήθειαν.» (Ιωάν. 18:37) Σ’ όλα τα τριάμισυ χρόνια της διακονίας του ο Ιησούς Χριστός αφιερώθη να πράττη ακριβώς τούτο. Ως τέλειος άνθρωπος μπορούσε ν’ αποκτήση όνομα για τον εαυτό του με οτιδήποτε στο οποίον επέθετε το χέρι του, αλλά δεν ακολούθησε την πορεία της κοσμικής σοφίας. Αντί γι’ αυτήν, ανέλαβε την πορεία που οι κοσμικοί σοφοί θεωρούσαν μωρή και τούτο τελικά ωδήγησε στον θάνατό του επάνω στο ξύλο του μαρτυρίου.
Αρκετό ήταν για τον Χριστό Ιησού το ότι αυτό ήταν το θέλημα του Πατρός του γι’ αυτόν. Η σκέψις των ιδιοτελών αποκτημάτων εξέλιπε εντελώς. Το έργον του ήταν να διακηρύξη την αλήθεια για τον Πατέρα του και τους σκοπούς του Πατρός του ώστε και άλλοι να τον γνωρίσουν και να τον υπηρετήσουν. Η κεντρική αλήθεια που διεκήρυξε αφεώρα τη βασιλεία του Πατρός του, η οποία επρόκειτο να ιδρυθή στο μέλλον και η οποία θα έφερνε τις ευλογίες της ζωής στα ευπειθή πλάσματα. Πολλές από τις παραβολές του ήσαν παραστάσεις των διαφόρων απόψεων της βασιλείας αυτής. Εδίδαξε τους ακολούθους του να προσεύχωνται γι’ αυτήν. Τους εξεπαίδευσε να κηρύττουν το ευαγγέλιο της Βασιλείας και να συνεχίσουν αυτό το έργον μετά τον θάνατο του. Γιατί; Διότι «ηυδόκησεν ο Θεός δια της μωρίας του κηρύγματος να σώση τους πιστεύοντας.»—1 Κορ. 1:21.
ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΕΥΘΥΝΗ
Οι ειλικρινείς κατά την καρδίαν, που εκτιμούν το γεγονός ότι ο Χριστός Ιησούς άφησε παράδειγμα για να το ακολουθήσουν, θα θελήσουν ν’ αποκτήσουν γνώσι για να υπηρετήσουν ευπρόσδεκτα τον Θεό. Πού μπορεί ν’ αποκτηθή αυτή η γνώσις; Αμέσως διακρίνουν ότι δεν αποκτάται από τις γνωστές θρησκευτικές οργανώσεις του κόσμου τούτου. Αυτές χωρίς εξαίρεσι, ενόθευσαν ή και εγκατέλειψαν την Αγία Γραφή. (Ιερεμ. 8:9) Διδάσκουν διδασκαλίες και εντάλματα ανθρώπων. Μόνο μέσα στη Γραφή μπορεί κανείς να λάβη πληροφορίες για την κατάλληλη σχέσι του πλάσματος με τον Πλάστη του και για το πώς να γίνη αληθινά σοφός.
Καθόσον μελετά με τα βοηθήματα που παρέχονται από τη θεοκρατική οργάνωσι του Θεού, αυξάνει σε γνώσι και σύντομα φθάνει στο σημείο, όπου κατανοεί ότι η γνώσις φέρνει ευθύνη. Υπάρχει κάτι που πρέπει να γίνη. Και γι’ αυτό ερωτά τον Ιεχωβά: «Κύριε, τι θέλεις να πράξω;» Και λαμβάνει την απάντησι: «Αφιερώσου σ’ εμέ.» Ναι, το ίδιο ακριβώς απαιτείται απ’ αυτόν όπως και από τον Χριστόν Ιησούν. Το προνόμιο και η υποχρέωσίς του είναι να κάμη αφιέρωσι στον Ιεχωβά να πράξη το θέλημά του, και κατόπιν να συμβολίση αυτή την αφιέρωσι με το εν ύδατι βάπτισμα. Κάνοντας αυτές τις ενέργειες αποκαλύπτει ότι ενεργεί κατά τη σοφία που έλαβε άνωθεν. Απέκτησε νόησι. Διακρίνει ότι ο Θεός απαιτεί αποκλειστική αφοσίωσι.
Αλλά ποιο είναι το θέλημα του Θεού γι’ αυτόν; Ακριβώς το ίδιο που ήταν και για τον Χριστό Ιησού, να δώση μαρτυρία για την αλήθεια, να κηρύξη τον λόγον, να διαδώση τη γνώσι περί του Θεού και του Χριστού και να πη στους άλλους για τα μεγαλεία της Βασιλείας του Θεού και για τα θαυμάσια έργα Του. Το ότι ο αφιερωμένος Χριστιανός έλαβε αυτή την εντολή να κηρύττη καταδεικνύεται πλήρως και στις Εβραϊκές και στις Ελληνικές Γραφές. Ο Ιεχωβά θέτει το πνεύμα του επάνω σ’ αυτόν και τον χρίει να κηρύξη την καλή αγγελία στους πράους.—Ησ. 61:1, 2· 43:10-12· Ματθ. 24:14· Αποκάλ. 22:17
Υπάρχουν δύο κύριοι λόγοι, για τους οποίους εδόθη αυτή η εντολή. Ο πρώτος απ’ αυτούς περιλαμβάνει τη διεκδίκησι του ονόματος του Ιεχωβά. Ο Ιεχωβά πάντοτε δίνει προειδοποίησι του σκοπού του να εκτελέση κρίσι, να τιμωρήση τους ασεβείς και να ελευθερώση τους δικαίους. Αυτό εγίνετο στην εποχή του Νώε· πριν από την καταστροφή των Σοδόμων και των Γομόρρων πριν από την καταστροφή της Ιερουσαλήμ στην εποχή του Σεδεκία το 607 π.Χ., και πάλι το 70 μ.Χ. Προτού καταστραφή το παρόν σύστημα πραγμάτων, ο λόγος του Θεού σαφώς καταδεικνύει ότι η γενεά που θα ζούσε τότε θα προειδοποιείτο και ότι Αυτός θα είχε ένα λαόν επάνω στη γη που θα υπηρετούσε ως μάρτυρές του. Η επίδοσις αυτής της μαρτυρίας θα απεδείκνυε αληθινό τον λόγο του Θεού κι επομένως θα ήταν για τη διεκδίκησι του ονόματός του.
Ένας δευτερεύων λόγος για την εντολή τού να κηρύξουν είναι η σωτηρία του πλάσματος. (1 Κορ. 1:21) Η διασάλπισις του αγγέλματος προειδοποιήσεως παρέχει σε όλους μια ευκαιρία να μάθουν για τους σκοπούς του Ιεχωβά και κατόπιν είτε να ενεργούν σύμφωνα με τη γνώσι που απέκτησαν ή να αρνηθούν να το πράξουν. Οι σοφοί και οι συνετοί θ’ ακούσουν και θα υπακούσουν. Η σπουδαιότης και η ανάγκη της κηρύξεως ως μέσου σωτηρίας διατυπώνεται από τον απόστολο στην επιστολή προς Ρωμαίους 10:13-17. Προτού επικαλεσθή κανείς με πίστι τον Ιεχωβά, πρέπει ν’ ακούση και να μάθη για την προμήθεια του Ιεχωβά μέσω του Χριστού. Αλλά δεν μπορεί ν’ αποκτήση τη ζωτική αυτή γνώσι αν δεν σταλή κάποιος σ’ αυτόν να του κηρύξη και να κατευθύνη την προσοχή του σε ό,τι διδάσκουν οι Γραφές περί τούτου. Αυτοί που αποστέλλονται και λαμβάνουν εντολή να κηρύξουν είναι εκείνοι που έχουν ήδη ακούσει και υπακούσει στ’ αγαθά νέα. Αυτοί είναι σοφοί, η δε λατρεία που αποδίδουν είναι κάτι το ωραίο στα όμματα του Θεού.
ΣΟΦΟ ΚΗΡΥΓΜΑ
Πρέπει να είναι προφανές, λοιπόν, ότι καμμιά άλλη ενέργεια δεν θα μπορούσε να είναι πιο σπουδαία για το ανθρώπινο γένος από το κήρυγμα. Οι σύμφωνα με τον παρόντα κόσμον «σοφοί» μπορεί να το θεωρούν αυτό ως σπατάλη χρόνου, μη πρακτικό και άγονο. Αλλ’ οι ταπεινοί και οι πράοι της γης εκτιμούν αυτή την πληροφορία. Επιζητούν περισσότερη γνώσι και μαθαίνοντας ότι μπορούν να τη λάβουν, θα μελετήσουν τον λόγο του Θεού και θα συνταυτισθούν με τη Θεοκρατική του οργάνωσι υπό τον Χριστόν και θα επωφεληθούν από κάθε ευκαιρία ν’ αυξήσουν σε γνώσι. Καθώς λαμβάνουν στη διάνοιά τους τη ζωοπάροχο γνώσι, μαθαίνουν γρήγορα ότι κι αυτοί πρέπει να κηρύξουν. Πρέπει να φέρουν τον καρπό που ζητεί ο Ιεχωβά. (Λουκ. 8:11, 15, 18) Αυτή η καρποφορία μπορεί να παραχθή μόνο με το κήρυγμα, με την ενασχόλησί τους δε σ’ αυτό το έργον καταδεικνύουν ότι είναι σοφοί και έχουν κατανόησι.
Δεν υπακούουν, όμως, όλοι στ’ αγαθά νέα. Οι μωροί αρνούνται να ακούσουν. (Παροιμ. 23:9· 28:9) Αυτοί δεν δικαιολογούνται. Οι σοφοί δεν δαπανούν πολύν καιρό με αυτούς. Μάλλον, αναζητούν εκείνους που έχουν «ώτα ακούειν», εκείνους που φοβούνται τον Ιεχωβά και σέβονται τον λόγο του και οι οποίοι διακρίνουν τη σοφία τού να ενεργούν σύμφωνα με τον λόγο του. (Λουκ. 11:27, 28) Το γεγονός ότι πολλοί είναι αδιάφοροι και δεν ανταποκρίνονται στο άγγελμα της Βασιλείας δεν αποδεικνύει ότι το άγγελμα είναι εσφαλμένο, ούτε ότι η κήρυξίς του δεν πρέπει να γίνη. Οι Γραφές διευκρινίζουν ότι πολλοί θα ακούσουν και θα βρουν τον δρόμο που οδηγεί σε ζωή μέσα στον Θείο νέο κόσμο της δικαιοσύνης. (Ησ. 29:18· 35:5, 6) Εφόσον δε το κήρυγμα, είτε προφορικώς είτε με την έντυπο ύλη, αποτελεί Θείον τρόπον ενεργείας, οι σοφοί ευχαριστούνται να το θέτουν σ’ εφαρμογή και βρίσκουν χαρά στο να το εκτελούν.
Μερικοί, που μπορούν να διακρίνουν καθαρά ότι ο Ιεχωβά απαιτεί από κάθε αφιερωμένο Χριστιανό να είναι ένας κήρυξ των αγαθών νέων, στην αρχή συστέλλονται. Φρονούν ότι δεν είναι ικανοί· νομίζουν ότι δεν έχουν αρκετή γνώσι ή ότι στερούνται της αναγκαίας μορφώσεως και ότι θα αναμείνουν για αργότερα. Είναι αυτό η πορεία της σοφίας; Ασφαλώς όχι! Η πλειονότης των αποστόλων και των πρώτων μαθητών δεν είχαν φοιτήσει σε ανώτατα εκπαιδευτήρια. Ήσαν απλώς συνήθεις «κοινοί άνθρωποι», αλλά με τη βοήθεια του Θείου πνεύματος γρήγορα έγιναν ικανοί κήρυκες. (Πράξ. 4:13· 1 Κορ. 2:1-5· Κολ. 2:8) Κανείς δεν είναι ικανός από εαυτού του, αλλά κάθε αφιερωμένος δούλος του Ιεχωβά μπορεί να βασίζεται στον Ιεχωβά να τον καταστήση αρκετά ικανό για τη διακονία. (2 Κορ. 3:4, 5) Είναι άγγελμα του Ιεχωβά. Αυτός υπεσχέθη να θέση τους λόγους του στο στόμα μας και να μας υποστηρίξη με το πνεύμα του. Οι σοφοί δέχονται αυτόν δια του λόγου του και κηρύττουν.
Λόγω της σπουδαιότητος του κηρύγματος, πόσον χρόνο θα διαθέσωμε γι’ αυτό; Ο Ιησούς και οι μαθηταί του αφιέρωσαν ολόκληρο τον χρόνο τους. Είναι αληθές ότι ο Παύλος κατεσκεύαζε σκηνές κατά καιρούς, αλλ’ αυτό ερχόταν πάντοτε σε δεύτερη μοίρα από την κυριώτερη αποστολή του στη ζωή. Κατεσκεύαζε τις σκηνές για να μη γίνεται βάρος στους αδελφούς του. Οι σοφοί σήμερα ζητούν να αμιλλώνται σ’ αυτά τα παραδείγματα. Κανονίζουν τις υποθέσεις των έτσι ώστε να είναι ελεύθεροι από τις περιπλοκές και τις φροντίδες του παλαιού συστήματος πραγμάτων. Αν είναι ανάγκη να γίνεται και λίγη ‘σκηνοποιία’, αυτή τηρείται σ’ ένα ελάχιστο βαθμό, για να μπορούν να δαπανούν τον περισσότερο χρόνο των στο έργον του κηρύγματος του ευαγγελίου.
Πάντοτε εξεδηλώνετο εναντίωσις στο κήρυγμα της αληθείας. Είναι μήπως σοφή πορεία το να συμβιβάζεται κανείς και να παραμένη σιωπηλός, να κρύβη το φως κάτω από ένα κάνιστρο, όταν αντιμετωπίζεται εναντίωσις; Εφόσον η εντολή να κηρύξωμε προέρχεται από τις ανώτατες Εξουσίες του σύμπαντος, πρέπει να είναι προφανές ότι οποιεσδήποτε κι αν είναι οι περιστάσεις, ποτέ δεν πρέπει να υπάρξη χαλάρωσις στη δράσι του κηρύγματος. Μπορεί κανείς ν’ αναγκασθή να κηρύττη κάτω από την επιφάνεια, αλλ’ οποιεσδήποτε κι αν είναι οι συνθήκες, πρέπει να ‘κηρύξη τον λόγον’ και να ‘επιμείνη εγκαίρως, ακαίρως.’ (2 Τιμ. 4:2) Οι μαθηταί του Ιησού έδωσαν το ορθό παράδειγμα. Όταν διετάχθησαν να μη κηρύττουν, απήντησαν θαρραλέα: «Πρέπει να πειθαρχώμεν εις τον Θεόν μάλλον παρά εις τους ανθρώπους.»—Πράξ. 4:18-20· 5:29, 32.
Σήμερα είναι επείγουσα ανάγκη να κηρύξωμε περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Στη διάρκεια της ζωής της παρούσης γενεάς θα διεξαχθή ο πόλεμος της μεγάλης ημέρας του Θεού του Παντοκράτορος. (Αποκάλ. 16:14, 16) Οι συνθήκες που προελέχθη ότι θα προηγούντο από τον Αρμαγεδδώνα διεμορφώθησαν. Είμεθα στις έσχατες ημέρες του παρόντος συστήματος πραγμάτων. Οι κατά κόσμον σοφοί βασίζονται στη σοφία και στις φιλοσοφίες των για να δημιουργήσουν ένα νέο και καλύτερο κόσμο. Κωφεύουν στη συμβουλή του Θείου λόγου. Η σοφία των θα απολεσθή. Οι αληθινά σοφοί, εκείνοι που έχουν ευλογηθή με την άνωθεν σοφία, θα προσέξουν, και θα σπεύσουν να υπακούσουν στη Θεία εντολή «κήρυξον τον λόγον.» Θα συμμετάσχουν στη διάδοσι των αγαθών νέων της Βασιλείας του Θεού. Γνωρίζουν ότι αυτή πρέπει να κηρυχθή σε όλη την οικουμένη για μαρτυρία σε όλα τα έθνη. Θα το πράξουν αυτό από σπίτι σε σπίτι, προφορικώς και με την έντυπο ύλη, από τη δημοσία εξέδρα, με το ραδιόφωνο και με οτιδήποτε άλλο νόμιμο μέσο. Κάνοντας τούτο θα σώσουν και τους εαυτούς των και εκείνους που τους ακούουν, και θα συμμετάσχουν στη διεκδίκησι του ονόματος του Ιεχωβά.—1 Τιμ. 4:16.