Εκδήλωσις της Αγάπης του Ιεχωβά
Αφήγησις υπό Ούγκο Χένρυ Ρίμερ
ΣΤΟ 1883, ο πατέρας μου, που ήταν τότε ένας προεδρεύων πρεσβύτερος σε μια περιφέρεια της Μεθοδιστικής εκκλησίας στο μεσο-δυτικό τμήμα των Ηνωμένων Πολιτειών, άνοιξε την πόρτα του που κάποιος την κτύπησε. Εκεί ίστατο ένας από τους πρώτους μάρτυρας του Ιεχωβά επιδεικνύοντας ένα χαρτόδετο βιβλίο με τίτλο «Τροφή για Σκεπτομένους Χριστιανούς», που είχε γραφή και εκδοθή από τον Κ. Τ. Ρώσσελ. Αφού χαιρέτησε, είπε στον πατέρα μου, «Κύριε εδώ είναι ένα βιβλίο που θα σας κάμη ευτυχή με τη μόνη αληθινή ευτυχία.» Έπειτα ενεχείρισε το βιβλίο στον πατέρα μου, ο οποίος το ξεφύλλισε, παρατηρώντας τις πολλές Γραφικές παραπομπές και παραθέσεις σ’ αυτό. Του έκαμε εντύπωσι η προθυμία του ανθρώπου, που εξακολουθούσε να του μιλή και έδωσε μια συνεισφορά για το βιβλίο.
Η μητέρα μου τη στιγμή ακριβώς εκείνη ετοίμαζε τη βαλίτσα του πατέρα μου για ένα σιδηροδρομικό ταξίδι κατά το Σαββατοκύριακο. Της έδωσε το βιβλίο, παρακαλώντας την να το τοποθετήση στη βαλίτσα του επάνω απ’ όλα τα πράγματά του. Αφού εκάθησε σε μια θέσι στο τραίνο, άνοιξε τη βαλίτσα του, έβγαλε το βιβλίο και άρχισε να διαβάζη. Τελείωσε το διάβασμα του βιβλίου, όταν το τραίνο έφθασε στον προορισμό του, και είπε μιλώντας στον εαυτό του, «Δόξα τω Θεώ! Αυτή είναι η αλήθεια.»
Όταν ο πατέρας επέστρεψε στο σπίτι, είπε στη μητέρα, αφού χαιρέτησε αυτή και μας, τα τέσσερα αγόρια, «Αγαπητή μου, βρήκα την αλήθεια.» Η μητέρα είπε, «Τι εννοείς;» Αυτός απήντησε, «Θυμάσαι εκείνο το βιβλίο που ετοποθέτησες στην ταξιδιωτική μου βαλίτσα; Θέλω να το διαβάσης και να μου πης τη γνώμη σου γι’ αυτό.» Αλλά είχε κάποιες κακές προαισθήσεις σχετικά με τις αντιδράσεις της, διότι ήταν η κόρη ενός λαϊκού ιεροκήρυκος. Αυτή εδιάβασε το βιβλίο και κατόπιν είπε στον πατέρα, «Αν αυτό είναι η αλήθεια, δεν έχομε θέσι στη Μεθοδιστική εκκλησία.» Με χαρά ο πατέρας είπε, «Αγαπητή μου, αυτές είναι οι πιο πολύτιμες λέξεις που έχω ποτέ ακούσει να ειπής.» Ήμουν πέντε ετών τότε, αλλ’ από τότε ως τώρα, στην ηλικία 86 ετών, ο Ιεχωβά δεν έπαυσε να δείχνη την αγάπη του σ’ εμένα, όπως ακριβώς την εξεδήλωσε στον πατέρα μου και στη μητέρα μου.
ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ
Οι Γραφικές αλήθειες που έμαθαν οι γονείς μου από την Εταιρία Σκοπιά έφεραν μια αξιοσημείωτη αλλαγή στην οικογένεια. Αμέσως μόλις ο πατέρας εγνώρισε την αλήθεια, άρχισε να ζητή τη Γραφή κάθε βράδυ μετά το δείπνο. Εδιάβαζε απ’ αυτή ένα κεφάλαιο, που το συζητούσαμε μετά την ανάγνωσι. Έπειτα γονυπετούσαμε όλοι, εκεί ακριβώς κατεβαίνοντας από τις καρέκλες μας, για προσευχή προτού εγκαταλείψωμε το τραπέζι. Αυτό ήταν κάτι που δεν συνέβαινε όταν ήταν ένας κήρυξ των Μεθοδιστών.
Στον καιρό της αποφοιτήσεώς μου από το γυμνάσιο στο 1896, σε ηλικία δεκαοκτώ ετών, αφιερώθηκα στην υπηρεσία του Ιεχωβά και έκαμα τον συμβολισμό της αφιερώσεως αυτής με το εν ύδατι βάπτισμα. Το 1905 άρχισα να υπηρετώ τον Ιεχωβά Θεό ολοχρονίως, με το να εισέλθω στο έργο πλανοδίου βιβλιοπώλου, που τώρα είναι γνωστό ως υπηρεσία σκαπανέως. Στη διάρκεια του καιρού που είχα ενασχοληθή σ’ αυτό το έργο, διεκήρυττα τις αλήθειες του Λόγου του Θεού σε όλο τον τομέα, στο Μιζούρι, βορείως του Ποταμού Μιζούρι. Εργαζόμουν εκεί το καλοκαίρι και μετέβαινα στο Τέξας και στην Αλαμπάμα τον χειμώνα για να συνεχίσω το έργο στις πολιτείες αυτές. Ο Ιεχωβά εξεδήλωσε την αγάπη του, ενεργώντας όπως εξυπηρετούμαι σε όλες τις ανάγκες μου, ενώ έκανα το διακονικό αυτό έργο.
Σ’ έναν από τους τομείς μου υπήρχε ένα κρατικό αγρόκτημα για Ινδούς. Ως αποτέλεσμα του εκεί έργου μας, ένας Ινδός έγινε ενδιαφερόμενος και αφιερώθη στον Ιεχωβά Θεό. Αργότερα, οι δύο ανεψιοί του έγιναν, επίσης, δραστήριοι στην υπηρεσία του Ιεχωβά. Ο ένας έγινε μέλος της οικογενείας του Μπέθελ στα κεντρικά γραφεία της Εταιρίας στο Μπρούκλυν, και ο άλλος έγινε εθελοντής εργάτης σ’ ένα από τα αγροκτήματα της Εταιρίας. Ο καλός αυτός καρπός των διακονικών μου κόπων ήταν σε μένα μια ευλογία από τον Θεό, μια απόδειξις της αγάπης του.
Το έργον μου ως πλανοδίου βιβλιοπώλου συνεχίσθη ως το 1915, οπότε ο Αδελφός Ρώσσελ, πρόεδρος της Εταιρίας Σκοπιά, με παρεκάλεσε να ενασχοληθώ στο έργο με το «Φωτό-Δραμα». Αυτό συνίστατο από την εκτέλεσι ενός κινηματογραφικού προγράμματος από τέσσερα μέρη, στο οποίο περιελαμβάνετο και επίδειξις εγχρώμων εικόνων και το οποίο συνωδεύετο από φωνογραφικές Γραφικές ομιλίες. Υπηρέτησα ως ένας προπομπός, που πήγαινα πρώτος για να κάμω διευθετήσεις για τις προβολές σε διάφορα κινηματογραφικά θέατρα, αλλά το έργο μου υπήρξε βραχύβιο, διότι τα μέσα που διέθετα εξηντλήθησαν ύστερ’ από έξη περίπου μήνες αφ’ ότου είχα αρχίσει το έργο.
Το έργο μου ως πλανοδίου βιβλιοπώλου ετελείωσε στο 1916, όταν ο Αδελφός Ρώσσελ απέθανε. Εδώ θα μπορούσα να πω ότι η πρώτη φορά που συνήντησα τον Αδελφό Ρώσσελ ήταν σε μια συνέλευσι του Σαίντ Λούις το 1904. Ήταν μια εξέχουσα συνέλευσις, μολονότι λίγες μόνον εκατοντάδες ατόμων υπήρχαν στο ακροατήριο. Ο Αδελφός Ρώσσελ μίλησε με μια πολύ βαθιά, αξιοσέβαστη κι ευγενική φωνή. Ήταν ένας εξέχων άνδρας, του οποίου το παράστημα είλκυε την προσοχή. Ως εκ τούτου, όταν οι άνθρωποι τον προσπερνούσαν στο δρόμο, έστρεφαν πίσω τους να τον κυττάξουν. Στεκόταν ευθυτενής και είχε μια ευχάριστη, άγρυπνη όψι.
Μετά τον θάνατο του Αδελφού Ρώσσελ, ο επόμενος πρόεδρος της Εταιρίας Σκοπιά, Ιωσήφ Φ. Ρόδερφορδ, με προσεκάλεσε να εισέλθω στην υπηρεσία του «πίλγκριμ». Η υπηρεσία αυτή συνίστατο στην επίσκεψι εκκλησιών, ή τάξεων, όπως ωνομάζοντο στις ημέρες εκείνες. Θα έδινα ιδιαίτερες ομιλίες στους αδελφούς, τις Κυριακές δε και ενίοτε κάποιο βράδυ της εβδομάδος, έδινα μια ομιλία για το κοινόν. Τα ταξιδιωτικά δρομολόγια, που έλαβα από τα κεντρικά Γραφεία της Εταιρίας, με έφεραν σε κάθε μια από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εξακολούθησα την υπηρεσία του «πίλγκριμ» ως το 1918, όταν ετέθησαν υπό απαγόρευσιν όλες οι δημόσιες συγκεντρώσεις λόγω της ισπανικής γρίππης. Ετηλεγράφησα στα κεντρικά γραφεία ρωτώντας τι να κάμω. Η απάντησις ήταν να έλθω στα κεντρικά γραφεία του Μπρούκλυν. Κι εδώ, επίσης, έλαβα πείραν της μεγάλης αγάπης του Ιεχωβά.
ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΜΠΕΘΕΛ
Έφθασα στα κεντρικά γραφεία της Εταιρίας, που ωνομάζοντο Μπέθελ, σε χρόνο κατά τον οποίον οι θρησκευτικοί διώκται εξεμεταλλεύθησαν την ευκαιρία του πολέμου να διεγείρουν αίσθημα μίσους για τον λαό του Κυρίου. Αυτό κατέληξε στην άδικη καταδίκη των διευθυντών της Εταιρίας, περιλαμβανομένου του Αδελφού Ρόδερφορδ, σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων εικοσάδων ετών που θα εξετίοντο ταυτοχρόνως. Το εναντίον μας μίσος ήταν τόσο μεγάλο στη Νέα Υόρκη ώστε κανείς δεν ήθελε ούτε και να πωλήση σε μας άνθρακες, μολονότι επήρχετο ο χειμώνας. Ήλθαμε, λοιπόν, σ’ επαφή με τον Αδελφό Ρόδερφορδ, που μας συνεβούλευσε να μετακινηθούμε στο Πίτσμπουργκ και να κρατήσωμε το έργο σε πρόοδο όσο ήταν δυνατόν.
Ένα από τα εξέχοντα πράγματα, που συνέβησαν στις σκοτεινές εκείνες ημέρες, ήταν το ότι ο Ιεχωβά επέβλεψε ώστε Η Σκοπιά να μη σταματήση ποτέ να εκδίδεται. Δεν έλειψε ούτε ένα τεύχος. Υπήρχαν αρκετά χειρόγραφα φυλαγμένα για να συνεχίζεται η έκδοσις της Σκοπιάς. Με αυτό ο Ιεχωβά έδειξε την αγάπη του για τον λαό του.
Όταν μετακομίσαμε στο Πίτσμπουργκ, είχα το προνόμιο να μεταφέρω τα χειρόγραφα της Σκοπιάς στον τυπογράφο. Τα περιοδικά που ετυπώνοντο μας απεστέλλοντο από έναν εμπορικό τυπογράφο, και τα ταχυδρομούσαμε. Υπήρχαν περίπου μόνον δέκα από μας εργαζόμενοι εκεί στο Πίτσμπουργκ στην περίοδο εκείνη. Κάθε άλλο χαρακτηριστικό του έργου της Εταιρίας είχε φθάσει σε νεκρό σημείο.
Το 1919 η έφεσις για την υπόθεσι των διευθυντών της Εταιρίας υπεβλήθη και συνεζητήθη, αμέσως δε αφέθησαν ελεύθεροι επί εγγυήσει, πράγμα που τους το είχαν αρνηθή προηγουμένως. Τελικά η καταδίκη ανετράπη και όλοι εκηρύχθησαν αθώοι. Όλος ο εξοπλισμός, που είχαμε φορτώσει προς μεταφοράν για το Πίτσμπουργκ, έπρεπε τώρα να μεταφερθή σε γραφεία μεταφορών για να φορτωθή πάλι για το Μπρούκλυν. Εγώ και ένας άλλος αδελφός έπρεπε να επιστρέψωμε τελευταίοι, διότι υπήρχαν διάφορα μικροπράγματα, για τα οποία έπρεπε να ληφθή φροντίδα στο Πίτσμπουργκ.
ΤΜΗΜΑ ΑΓΟΡΩΝ
Ενόσω ήμουν στο Πίτσμπουργκ, εργαζόμουν στο γραφείο του ταμίου κι εφρόντιζα, επίσης, για τη μεταφορά των χειρογράφων της Σκοπιάς στους τυπογράφους. Ανέλαβα, επίσης, την ευθύνη να κάνω μερικές αγορές για λογαριασμό της Εταιρίας. Όταν έφθασα πάλι στο Μπρούκλυν, με τοποθέτησαν στο τμήμα αγορών κι εξακολούθησα να εργάζωμαι εκεί ως το 1958, οπότε υπεβλήθηκα σε μια εγχείρησι, που επηρέασε τα νεύρα μου, η οποία κατέστησε αναγκαίο για μένα να μεταβιβάσω το έργο αυτό σε άλλον αδελφό. Εβοήθησα επί δύο χρόνια ακόμη, που συνεπλήρωσαν ένα σύνολο σαράντα δύο ετών διενεργείας των αγορών της Εταιρίας. Από τότε εκτελώ άλλη εργασία. Η αγορά πραγμάτων για την Εταιρία υπήρξε ένα μεγάλο έργο, αυξήθηκε δε σε μεγάλο βαθμό όταν η Εταιρία άρχισε να κάνη η ίδια την εκτύπωσι και βιβλιοδέτησι των εκδόσεών της.
Όπως θα μπορούσε ν’ αναμένεται, είχαμε δυσκολίες σχετικά με τα εφόδια στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, επειδή πάρα πολλά πράγματα που είχαμε ανάγκη εχορηγούντο με δελτίο, αλλά ο Ιεχωβά έδειξε την αγάπη του προμηθεύοντας τα για μας. Αρκετές φορές, ο Αδελφός Μ. Χ. Λάρσον, ο επόπτης των τυπογραφικών εγκαταστάσεων της Εταιρίας στο Μπρούκλυν, κι εγώ πήγαμε στην Ουάσιγκτον, D.C., για να παρουσιασθούμε σε μια κυβερνητική επιτροπή επιφορτισμένη με την δια δελτίου διανομή τυπογραφικού χάρτου και άλλων εφοδίων. Έπρεπε να κάνωμε αίτησι προς την επιτροπή αυτή για τέτοια πράγματα.
Μια από τις επιφανείς Βιβλικές εταιρίες είχε εκεί δικηγόρους, μεγάλους επιχειρηματίες, κήρυκας και άλλους, περίπου δώδεκα εν όλω άτομα, για να την αντιπροσωπεύσουν ενώπιον της επιτροπής. Αφού τελείωσαν την παρουσίασι των αιτημάτων τους, ο εισηγητής εκάλεσε τη Βιβλική και Φυλλαδική Εταιρία Σκοπιά. Όταν ο Αδελφός Λάρσον κι εγώ ήλθαμε ενώπιον της επιτροπής, ο εισηγητής είπε, «Μόνον οι δυο σας;» Απαντήσαμε, «Μάλιστα. Ελπίζομε ότι ο Παντοδύναμος Θεός είναι μαζί μας επίσης.» Ο εισηγητής απεκρίθη, «Λοιπόν, ας ελπίσωμε.» Πήραμε όλα τα εφόδια που εχρειαζόμεθα, αλλά στην άλλη Βιβλική εταιρία εχορηγήθησαν πολύ ολιγώτερα απ’ όσα εχρειάζετο.
Από τότε τα χρόνια πέρασαν γρήγορα, και στα τελευταία χρόνια οι φυσικές μου δυνάμεις ελαττώθηκαν. Όταν ήμουν κλινήρης έπειτα από μια εγχείρησι, είπα στον Αδελφό Νορρ, που είναι τώρα πρόεδρος της Εταιρίας Σκοπιά, ότι ο χειρότερος πόνος που είχα ήταν το ότι δεν ήμουν ικανός να ενασχοληθώ στη διακονία. Καθώς έφευγε από το δωμάτιο μου υπέδειξε, «Γράφε επιστολές.» Να γράφω επιστολές, σκέφθηκα, αλλά σε ποιόν; Για μια φορά ακόμη ο Θεός μ’ εβοήθησε φιλάγαθα φέροντας στο νου μου τις εμπορικές γνωριμίες που είχα όταν ήμουν στο τμήμα αγορών επί σαράντα και πλέον χρόνια. Στη διάρκεια του καιρού αυτού είχα έλθει σ’ επαφή με πολλούς πωλητάς και διαχειριστάς εταιριών. Τι πεδίον δράσεως για να γράφω επιστολές! Μπορούσα να τους γράψω και να τους πω για τα καλά πράγματα που ο Ιεχωβά έχει φιλάγαθα προμηθεύσει για τους ευπειθείς εκ του ανθρωπίνου γένους.
Διεξήγετο μια προσπάθεια για την επίτευξι συνδρομών στο περιοδικό Σκοπιά. Από τις 100 επιστολές, που έγραψα στη διάρκεια εκείνης της προσπαθείας, ευλογήθηκα με 140 συνδρομές. Ωνόμασα αυτές τις συνδρομές «συνταγές για την αιώνια ζωή.» Αφού τελείωσε η προσπάθεια, είχα ακόμη 100 πρόσωπα επί πλέον για να έλθω ταχυδρομικώς σ’ επαφή με το ευαγγέλιον της βασιλείας του Θεού. Στη διάρκεια ενός είδους ιδιωτικής προσπαθείας με τη Μετάφρασι Νέου Κόσμου της Γραφής και το βοήθημα Γραφικής μελέτης Από τον Απολεσθέντα Παράδεισο στον Αποκαταστημένο Παράδεισο, επέτυχα να διαθέσω 170 βιβλία. Τέτοια επιτυχία στη γνωστοποίησι των σκοπών του Θεού από ένα κρεββάτι ασθενούς ήταν, κατά τη σκέψι μου, μια εκδήλωσις της αγάπης του Ιεχωβά.
ΕΚΤΙΜΗΣΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ
Δεν διεκράτησαν την εκτίμησί τους για την αλήθεια όλα τα άτομα που εγνώρισα στην οργάνωσι. Για να το εξηγήσω αυτό, επιθυμώ ν’ αναφέρω μια πείρα που είχα όταν ήμουν στην υπηρεσία «πίλγκριμ». Ήμουν στη Φιλαδέλφεια τότε, και, αφού είχα δώσει μια ομιλία, ένας «δι’ εκλογής πρεσβύτερος» που ισχυρίζετο ότι ήταν αδελφός ήλθε σε μένα και είπε: «Αδελφέ Ρίμερ, πήρα τη Σκοπιά μου σήμερα το πρωί. Ο μόνος λόγος που διάβασα αυτή τη Σκοπιά είναι να βρω τι σεις οι φίλοι μας στο Μπρούκλυν προσπαθείτε να μας επιβάλετε.» Αυτό ήταν το πνεύμα μερικών «δι’ εκλογής πρεσβυτέρων». Προξενούσαν σχίσματα στις εκκλησίες και στο έργο.
Σε αντίθεσι προς τη στάσι αυτών των «δι’ εκλογής πρεσβυτέρων» ήταν η στάσις ενός ηλικιωμένου ανδρογύνου με το οποίον έμενα, στα άκρα της πόλεως Ρίτσμοντ, Βιργινίας. Ο αδελφός πήγε κάτω να πάρη την αλληλογραφία πριν από το πρόγευμα, και, όταν το πήραμε, είπε, «Αδελφέ Ρίμερ, πήρα μια νέα Σκοπιά σήμερα το πρωί· ξέρετε τι είναι το πρώτο πράγμα που κάνομε εγώ και η σύζυγος μου όταν παίρνωμε αυτή τη Σκοπιά; Γονυπετούμε πριν αφαιρέσωμε το κάλυμμα και παρακαλούμε τον Ιεχωβά να μας αξιώση να δούμε ποιο είναι το άγγελμα που ο Ιεχωβά έχει για μας. Τώρα, προτού αφαιρέσωμε το κάλυμμα, θέλετε να γονυπετήσετε και να προσευχηθήτε μαζί μας;» Πόσο διαφορετικός ήταν εκείνος ο «δι’ εκλογής πρεσβύτερος» απ’ αυτό το ταπεινό ανδρόγυνο, που εκτιμούσε την οργάνωσι του Ιεχωβά!
Μια άλλη πείρα που είχα έδειξε σαφώς την αγάπη του Θεού προς εμένα, επιτρέποντας μου να είμαι υποβοηθητικός στο να φέρω τις ευλογίες του σ’ έναν αριθμό ατόμων. Συνέβη τον πρώτο μου μήνα στην υπηρεσία του. Συνήντησα ένα νεαρό τραπεζικό υπάλληλο και τη σύζυγο του. Προεκλήθη βαθιά εντύπωσις και στους δύο από τη Σκοπιά και όταν τους έκανα επανεπίσκεψι πήραν περισσότερα Γραφικά βοηθήματα. Ζούσαν στην εξοχή κοντά σ’ ένα σχολείο. Έπειτ’ από μια ομιλία επανεπισκέψεως πάνω σε σχεδιάγραμμα, που ήταν ομιλία βασισμένη σ’ ένα σχεδιάγραμμα των σκοπών του Θεού, που ενεφανίζετο στον πρώτο τόμο των Γραφικών Μελετών, ο σύζυγος μού έκαμε διευθετήσεις για να δώσω μια άλλη ομιλία πάνω σε σχεδιάγραμμα στο οίκημα του σχολείου. Και οι δύο αφιερώθησαν σύντομα στον Θεό και κατεδύθησαν στο νερό. Οι δυο τους θυγατέρες εβαπτίσθησαν επίσης. Η μία απ’ αυτές είχε έναν μνηστήρα, ταγματάρχη προηγουμένως στο στρατό, που έγινε, επίσης, ενδιαφερόμενος και έκαμε αφιέρωσι στον Θεό. Αργότερα έγινε περιοδεύων αντιπρόσωπος της Εταιρίας, που τώρα ονομάζεται υπηρέτης περιοχής. Αργότερα, ένα από τα παιδιά τους έγινε μέλος της οικογενείας Μπέθελ στα κεντρικά γραφεία της Εταιρίας στο Μπρούκλυν. Τοιουτρόπως ο Θεός έδειξε την αγάπη του σε μένα, επιτρέποντας μου να χρησιμοποιηθώ στο να καταστούν τρεις γενεές δούλοι του.
Η οικογένεια του Μπέθελ ήταν πολύ μικρή όταν έγινα μέλος της πριν από σαράντα έξη έτη. Σήμερα αριθμεί περίπου επτακόσιους ή οκτακόσιους. Ουδέποτε είδα μια ομάδα ανθρώπων που να είναι τόσο γλυκείς και επιθυμητοί όσον εκείνοι που αποτελούν σήμερα την οικογένεια του Μπέθελ. Αυτό υπήρξε για μένα, από την πρώτη ακριβώς ημέρα που έφθασα εκεί, «το σπίτι μου, το γλυκό μου σπίτι, το πιο ποθητό μου μέρος επάνω στη γη.» Ουδέποτε έκανα τη σκέψι να το αφήσω. Αισθάνομαι ότι ο Ιεχωβά έδειξε την αγάπη του προς εμένα, επιτρέποντάς μου να είμαι εδώ, κοντά στο ορατό αρχηγείο του μεγάλου του έργου. Πραγματικά, το κύριο χαρακτηριστικό της ζωής μου, αφότου ήλθα σ’ επαφή με την αλήθεια έως τώρα, υπήρξε η επιβλητική δύναμις της Γραφικής δηλώσεως: «Ο Θεός είναι αγάπη.»—1 Ιωάν. 4:8.
[Εικόνα στη σελίδα 22]
Ο Ο. Χ. Ρίμερ μιλώντας στη Συνέλευσι «Αιώνιον Ευαγγέλιον», Νέα Υόρκη, 1963